Αφιέρωμα στον π. Αιμιλιανό Fabbricatore

Αφιέρωμα στον π. Αιμιλιανό Fabbricatore

Την ένδοξη και αγία ημέρα των Θεοφανείων κάλεσε ο Κύριος στην ουράνιο Βασιλεία Του τον Πανοσιολογιότατον Αιμιλιανό Fabbricatore, τέως Καθηγούμενο και Έξαρχο της ιστορικής και περίφημης βυζαντινόρρυθμης Ι. Μονής της Κρυπτοφέρρης.
Ο Παν. Αιμιλιανός είχε γεννηθεί στις 13 Αυγούστου του 1938 στη Santa Sofia d’Epiro, σε ένα από τα Αλβανόφωνα χωριά της κάτω Ιταλίας και μάλιστα ανήκε στους Αρβανίτες της Καλαβρίας. Βαπτίστηκε με το όνομα «Αιμίλιος» στην Καθολική Ενορία του Βυζαντινού Τυπικού του χωριού του.
Σε ηλικία 15 ετών μπήκε εσωτερικός στο Ίδρυμα των Βασιλειανών Μοναχών της Σικελίας για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές και μετά από δύο χρόνια αποφάσισε να μπει σαν δόκιμος μοναχός στη Ι.Μ. Κρυπτοφέρρης, στο Τάγμα των Βασιλειανών Μοναχών προκειμένου να αφιερωθεί στο Θεό. Στις 11 Νοεμβρίου του1961 εκάρη Μοναχός και έλαβε το όνομα «Αιμιλιανός».
Σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στο Ποντιφικό Πανεπιστήμιο του Λατερανού της Ρώμης και χειροτονήθηκε ιερέας στις 13 Αυγούστου 1967. Τον επόμενο χρόνο μετατέθηκε στο Ίδρυμα για τα ορφανά παιδιά στη Σικελία, σαν επόπτης και δάσκαλος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό Σχολείο. Το 1971 μετατέθηκε στην Κρυπτοφέρρη σαν υποδιευθυντής του Ιεροσπουδαστηρίου «Βενέδικτος 15ος», όπου δίδασκε λατινικά και αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο. Το 1972 μετατέθηκε στην αλβανόφωνη Καλαβρία, σαν επόπτης των ιεροσπουδαστών. Το 1973 ήρθε στην Ελλάδα για να εξασκηθεί στη Νεοελληνική γλώσσα, στη βυζαντινή ψαλτική, να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και να προσφέρει ποιμαντικό έργο στην Εκκλησιαστική Επαρχία της Ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας, επί Μακαριστού Επισκόπου Γρατιανουπόλεως Υακίνθου. Επί δύο χρόνια συνεργάστηκε με τους πατέρες της Ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας στο σπουδαίο έργο του μικρού Ιεροσπουδαστηρίου, που τότε υπήρχε στο Ηράκλειο Αττικής.
Ο Πατήρ Αιμιλιανός διακρινόταν για την καλοσύνη του, τη ευγένεια των συναισθημάτων του, την αυθεντικότητα της φιλίας του και των ηθικών αρχών, γι’ αυτό αμέσως έγινε γνωστός και αγαπητός σε όλους τους ιερείς, τις μοναχές και τους ενορίτες της Εξαρχίας μας και μάλιστα στους κύκλους της Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος. Αγάπησε την Ελλάδα, γνώρισε το ενωτικό πνεύμα της Εξαρχίας μας και πολύ σύντομα συμμερίστηκε τα ιδεώδη υπέρ Ενώσεως. Μετά από δύο χρόνια παραμονής του στην Ελλάδα, την οποία υπεραγάπησε, και μάλιστα διατήρησε πάντα τους φιλικούς του δεσμούς, γύρισε στο Μοναστήρι του στην Ιταλία και ανέλαβε τη θέση του Οικονόμου της Μονής και συγχρόνως δίδασκε Θρησκευτικά στο Κλασικό Λύκειο του Ιεροσπουδαστηρίου. Έπειτα υπήρξε Δάσκαλος των δοκίμων μοναχών και υπεύθυνος του ξενώνα της Μονής. Διακρινόταν πάντα για την καλοσύνη και την ευγένεια της καρδιάς του καθώς και την εγκάρδια φιλοξενία του προς τους επισκέπτες και τους φιλοξενούμενους της Μονής. Διετέλεσε Υφηγούμενος και Ηγουμενοσύμβουλος του Μοναστηριού για αρκετά χρόνια και στις 31 Ιανουαρίου 2000, εξελέγη Καθηγούμενος και Έξαρχος της Ι.Μ. Κρυπτοφέρρης. Στη διάρκεια αυτή έπραξε μεγάλο έργο για την αναβάθμιση της Ιστορικής Μονής, σε όλα τα επίπεδα και την προώθηση της Οικουμενικής Αποστολής προωθώντας τις αδελφικές σχέσεις μεταξύ της Μονής της Κρυπτοφέρρης και των Ορθοδόξων Εκκλησιών γενικότερα.
Επί της Ηγουμενείας του ανακαίνισε τον Ξενώνα της Μονής, διοργάνωσε σπουδαία συνέδρια εκκλησιαστικού και βυζαντινού περιεχομένου, αναζωογόνησε τις επιστημονικές εκδόσεις της Μονής με πολλά βιβλία βυζαντινού, λειτουργικού και ιστορικού περιεχομένου, για να προβάλλει στη Δύση τον Ανατολικό χριστιανισμό, βελτίωσε την λειτουργική και τη θεία λατρεία στο Μοναστήρι και φρόντισε για την ανανέωση του Καταστατικού του Μοναστηριού σύμφωνα με τα καινούργια δεδομένα του Κανονικού Εκκλησιαστικού Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών, αλλά, πάνω απ’ όλα, προσπάθησε να βρει μια λύση στο τρομερό πρόβλημα έλλειψης των νέων κλήσεων για μια συνύπαρξη με τη μοναχική κοινότητα που ήταν πλέον γερασμένη και σε δύσκολη κατάσταση. Υποστήριζε πάντα τους νέους υποψήφιους μοναχούς και είχε και τη χαρά να δει νέους μοναχούς που έλαβαν την κουρά. Το 2004 οργάνωσε με μεγάλη επιτυχία τον εορτασμό της επετείου της χιλιετίας της ίδρυσης της Μονής Κρυπτοφέρρης με την παρουσία πολλών σημαντικών Καθολικών και Ορθοδόξων προσωπικοτήτων.
Εργάστηκε ακούραστα στον Αμπελώνα του Κυρίου, ιδιαίτερα για την προώθηση της ενότητας των Εκκλησιών. Ήταν πεπεισμένος ότι η Μονή της Κρυπτοφέρρης και η Κοινότητα των Βασιλειανών Μοναχών, λόγω της ιστορικής και λειτουργικής της ιδιαιτερότητας, αποτελεί παρουσία της ανατολικής εκκλησίας στη Δύση και μαρτυρία της ενότητας των δυο αδελφών Εκκλησιών. Όσοι τον γνώρισαν τον θυμούνται πάντα χαμογελαστό, με ένα καλό λόγο πατρικής παρηγοριάς και πάντα με θετική αύρα και ενέργεια. Δέχθηκε την εκλογή του ως Καθηγούμενος της Μονής με πνεύμα ταπεινότητας στην υπηρεσία της Εκκλησίας και πιο συγκεκριμένα της κοινότητάς του. Υπήρξε εξαιρετικός άνθρωπος αυτοθυσίας, προσφοράς και ανθρώπινης αλληλεγγύης. Όσοι τον πλησίαζαν για οποιοδήποτε πρόβλημα, πάντα είχαν τη χαρά να ακούουν μια καλή κουβέντα, να έχουν από εκείνον μια καλή συμβουλή για τα προβλήματά τους. Είχε καθαρή καρδιά και βοήθησε πολύ κόσμο ανιδιοτελώς. Ως συνάδελφος στην ιεροσύνη ήταν πάντα διαθέσιμος για οποιαδήποτε ανάγκη και πρόθυμος να σε βοηθήσει. Χαιρόταν πολύ όταν πήγαιναν να τον επισκεφτούν ιερείς και φίλοι που έμεναν κάποιες μέρες στη Μονή για να βρουν ευκαιρία προσευχής περισυλλογής και αδελφοσύνης.
Κάθε χρόνο δεχόταν με ιδιαίτερη χαρά στη Κρυπτοφέρρη την ομάδα Ελλήνων προσκυνητών από την Ελληνική Καθολική Εξαρχία που, πηγαίνοντας από την Ελλάδα προσκύνημα στη Λούρδη, στην επιστροφή πάντα περνούσε από την ιστορική Μονή της Κρυπτοφέρρης.
Δεχόταν με μεγάλη χαρά τους Ορθόδοξους που επισκεπτόντουσαν το Μοναστήρι ή την περίφημη βιβλιοθήκη της Μονής και έδινε πάντα τη Κρυπτοφέρρη ως καλό παράδειγμα της αδιαίρετης και ενωμένης Εκκλησίας του Χριστού, εφόσον ιδρύθηκε από Έλληνες Μοναχούς το 1004, πριν το Σχίσμα των Εκκλησιών, και παρέμεινε ακατάπαυτα σε πλήρη Κοινωνία με την Αποστολική Έδρα της Ρώμης και τον Ρωμαίο Ποντίφικα διατηρώντας όμως τις βυζαντινές της παραδόσεις.
Αφού ολοκλήρωσε το 75ο έτος της ζωής του, παραιτήθηκε από τη θέση του Εξάρχου, λόγω ηλικίας, σύμφωνα με τον Καν. 210 του Κώδικα των Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών, και η παραίτησή του έγινε δεχτή από τον Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο, στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Δυστυχώς στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η υγεία του δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Υπέφερε πολύ με καρτερία και υπομονή και σήκωσε το σταυρό του προς δόξαν Κυρίου.
Ο Θεός θέλησε να τον πάρει στην αιώνια και πατρική του αγκαλιά την αγία ημέρα των Θεοφανείων για να του αποδίδει τη χάρη της αιώνιας ζωής και το στεφάνι της δόξας. Ο πολυαγαπημένος π. Αιμιλιανός θα παραμένει πάντα ζωντανός και αξέχαστος στις καρδιές μας.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε πατέρα, ἀδελφέ και συλλειτουργέ ἡμῶν!

Αρχιμανδρίτης Βησσαρίων Κουότσης
Εφημέριος του Καθεδρικού Ι. Ναού της Αγίας Τριάδος
της Ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας