«Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν»

«Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν»

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΞΑΡΧΙΑ

Έκτη Κατηχητική Συνάντηση για Ενήλικους 2017-2018

11 Μαϊου 2018

 

«Σήμερον ἔαρ μυρίζει, καὶ καινὴ κτίσις χορεύει, σήμερον αἴρονται κλεῖθρα, θυρῶν καὶ τῆς ἀπιστίας Θωμά τού φίλου βοώντος: «Ο Κύριος καί Θεός μου».

Αυτό το εξαποστειλάριο της Κυριακής του Θωμά αποδίδει όλα τα θέματα και τις σπουδαιότερες έννοιες, όχι μόνο της Κυριακής του Θωμά, αλλά κατά βάθος και όλου του Πεντηκοσταρίου: της αφθαρσίας που έδωσε ο Χριστός με την Ανάστασή Του, ξεκινώντας από την εικόνα του αρώματος, (έαρ μυρίζει) της νέας δημιουργίας την οποία δημιούργησε ο ίδιος ο Χριστός, των κλεισμένων θυρών οι οποίες ανοίχθηκαν, και της απιστίας του Θωμά η οποία γίνεται μυσταγωγία για τους πιστούς.

Από την πρώτη συνάντηση των κατηχητικών μας μαθημάτων, ακολουθήσαμε τη διαδρομή του λειτουργικού έτους σαν κατήχηση και μυσταγωγία της χριστιανικής ζωής.

Σήμερα  επιθυμώ και πάλι να συνεχίσουμε αυτή τη διαδρομή μας σε μερικές από τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου και ειδικά στις γιορτές της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής.

Θα μιλήσουμε για τη μυστηριακή ιερότητα του λειτουργικού κύκλου των Ανατολικών Εκκλησιών καθόσον με αυτόν τον κύκλο και διαμέσου αυτού, ο Θεός έρχεται και πάλι προς συνάντηση του ανθρώπου. Κατά τη διάρκεια του λειτουργικού κύκλου των διαφόρων Εκκλησιών πρόκειται για μία αληθινή ανάμνηση του μυστηρίου της σωτηρίας, μέσα στο οποίο η Εκκλησία, με την προσευχή της επικαλείται το Άγιο Πνεύμα (επίκληση του Αγίου Πνεύματος), υπέρ των πιστών, ώστε η δύναμη της Αναστάσεως να είναι πάντα παρούσα μέσα στη χριστιανική κοινότητα.

Το Πεντηκοστάριο αποτελεί μέρος του βυζαντινού λειτουργικού έτους, ένα από τα τρία μέρη του λεγόμενου «κινητού κύκλου». Παίρνοντας σαν κέντρο τον εορτασμό του Πάσχα, μπορούμε να προτείνουμε και να καταλάβουμε την έκφραση «λειτουργικό έτος», όχι τόσο σαν μία συνέχεια εορτών, αλλά σαν την ανάπτυξη όλου του μυστηρίου του Χριστού, το οποίο γεμίζει τη ζωή της Εκκλησίας. Ξεκινώντας, από το Πάσχα όλο το λειτουργικό έτος, μεταμορφώνεται από τη θεία λατρεία, και επομένως γίνεται ιερό μυστήριο.

Στη συνέχεια ο ετήσιος εορτασμός του Πάσχα δεν είναι απλά μία χρονική περίοδος αλλά ένας εορτασμός του μυστηρίου του Χριστού, με επίκεντρο την περίοδο προετοιμασίας τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και την περίοδο του εορτασμού το Άγιο Πνεύμα.

Επομένως, από το Πάσχα αναβλύζει η μυστηριακή ζωή, η οποία μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία κατά το λειτουργικό έτος.

Το Πάσχα βρίσκεται στο επίκεντρο, μεταξύ δύο μεγάλων χρονικών περιόδων, η καθεμιά των οποίων περιλαμβάνει επτά εβδομάδες: τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η οποία θεωρείται σαν περίοδο της επιστροφής του νέου ανθρώπου στον παράδεισο, και το Πεντηκοστάριο, κατά το οποίο οι βαπτισμένοι μαθαίνουν να ζουν την κοινωνία τους με τον Χριστό.

Το μυσταγωγικό και κατηχητικό νόημα της θείας λατρείας υπογραμμίζεται έντονα στις χριστιανικές θείες λατρείες της Ανατολής, και πολύ ιδιαίτερα στη θεία λατρεία της Βυζαντινής Παραδόσεως.

Στις παρούσες σελίδες θα προσπαθήσω να παρουσιάσω με ποιο τρόπο η θεία λατρεία είναι Διδάσκαλος στην πίστη των πιστών.

Μπορούμε να πούμε ότι η θεία λατρεία είναι εμποτισμένη από τα στοιχεία εκείνα τα οποία διδάσκουν στους πιστούς τις αλήθειες της πίστεώς μας, γι’ αυτό το λόγο η Βυζαντινή θεία λατρεία (και όλες οι χριστιανικές θείες λατρείες), ανήκουν στην Εκκλησία, η οποία τις διαφυλάττει ως ανεκτίμητη κληρονομιά. Η θεία λατρεία ανήκει στην Εκκλησία.  Δεν ανήκει μονάχα στους Επισκόπους ή στους ιερείς, όχι μόνο στους πιστούς, αλλά στο σύνολο της Εκκλησίας. Αυτή την μυσταγωγική και κατηχητική διάσταση την βρίσκουμε στα λειτουργικά κείμενα, τόσο στα βιβλικά όσο και στα ευχολογικά, στην ίδια την τέλεση των ιεροτελεστιών, μέσα στον κύκλο του λειτουργικού έτους, μέσα στην εικονογραφία ακόμη και μέσα στην αρχιτεκτονική.

Αυτή τη μυσταγωγική διάσταση την περιλαμβάνει ο λειτουργικός κύκλος, ο οποίος ξεκινώντας από το Πάσχα, ή μάλλον γύρω από το Πάσχα, που αποτελεί το επίκεντρό του, αποτελεί μία μυσταγωγία γύρω από το μυστήριο της Αγίας Τριάδος γύρω από τη Χριστολογία, γύρω από τη σωτηριολογία…. Ωστόσο δεν αναζητούμε μία συστηματικοποίηση στη θεολογική αυτή ανάπτυξη του λειτουργικού έτους, ούτε στις σελίδες που ακολουθούν. Πρόκειται μάλλον για μία βαθμιαία κατανόηση ή καλύτερα για μία εμβάθυνση στο μυστήριο του Θεού. Πρόκειται για τη απέραντη αγάπη του αιώνιου Θεού, η οποία φανερώθηκε διαμέσου του Υιού του  «εν Αγίω Πνεύματι», μέσα στη δημιουργία, μέσα στη λύτρωση, μέσα στην Εκκλησία.

Το Πεντηκοστάριο

            Κατά το Πεντηκοστάριο η Βυζαντινή Παράδοση μας τοποθετεί ενώπιον  μίας συγκεκριμένης  χρονικής περιόδου, μας οδηγεί να διανύσουμε διάφορα  στάδια, τα οποία, κατά κάποιον τρόπο χαρακτηρίζουν σταθμούς της ζωής κάθε Εκκλησίας, και κάθε χριστιανού. Χαρακτηρίζουν την εμπειρία της εμφανίσεως της Θεοφανίας του Αναστάντος Κυρίου, την οποία τελούμε και ζούμε κατά τις τρεις πρώτες Πασχαλινές Κυριακές: την Κυριακή του Πάσχα, την Κυριακή του Θωμά, και την Κυριακή των Μυροφόρων.

Ακολουθεί η εμπειρία της νέας ζωής, που προέρχεται από το βάπτισμα,  (Κυριακή του Παραλυτικού, της Σαμαρείτιδος και του Γεννημένου Τυφλού).

Πρόκειται λοιπόν για την εμπειρία της γεννήσεως της κοινότητας της πίστεως, της κοινότητας εκείνων που ακολουθούν την πορεία της πίστεως και εκείνων που την έχουν ήδη κάνει.

Την Πέμπτη της Αναλήψεως, την Κυριακή των Πατέρων της Συνόδου της Νικαίας, την Κυριακή της Πεντηκοστής και τελικά την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Επομένως η Βυζαντινή Λειτουργική Περίοδος των Πασχαλινών εβδομάδων φέρει το όνομα Πεντηκοστάριο, ακριβώς το ίδιο όνομα που φέρει το Λειτουργικό Βιβλίο που χρησιμοποιούμε κατά την περίοδο αυτή. Η χρονική αυτή περίοδος περιλαμβάνει οχτώ Κυριακές, αρχίζοντας από την Κυριακή του Πάσχα, και συνεχίζοντας με την Κυριακή του Θωμά, των Μυροφόρων, της Σαμαρείτιδος, του Παραλυτικού και του Γεννημένου Τυφλού, έπειτα τις Κυριακές των Πατέρων της Συνόδου της Νίκαιας, της Αγίας Πεντηκοστής και τελικά των Αγίων Πάντων.

Όσον αφορά τον εορτασμό της Κυριακής του Θωμά έχουμε μαρτυρίες ήδη από το τέλος του 4ου αιώνα, ενώ  για την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, του Παραλυτικού και του Γεννημένου Τυφλού, οι μαρτυρίες αρχίζουν στον 8ο αιώνα, αν και ο Ρωμανός ο Μελωδός έγραφε ήδη Κοντάκια για την Σαμαρείτιδα και για τον Γεννημένο Τυφλό.

Οι Υμνογράφοι

Τα Βυζαντινά Λειτουργικά Κείμενα, λίγο ή πολύ ποιητικά, αποτελούν ένα πλέγμα βιβλικών παραπομπών, ρητών ή υπονοούμενων. Η πηγή των ποιητικών κειμένων που χρησιμοποιούν οι Συγγραφείς  είναι η αγία Γραφή.

Στο Πεντηκοστάριο βρίσκουμε κείμενα, προπάντων στους Κανόνες του Όρθρου, που αποδίδονται στους μεγάλους βυζαντινούς Υμνογράφους: τον Ρωμανό τον Μελωδό (+555) στον οποίο αποδίδονται το Κοντάκιο και ο Οίκος της Κυριακής του Θωμά, της Κυριακή του Γεννημένου Τυφλού και της Πέμπτης  της Αναλήψεως. Τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό (+749) στον οποίο αποδίδεται ο Όρθρος του Πάσχα. Τον Ιωάννη Μοναχό (+8ος αιώνας), στον οποίο αποδίδεται ο Κανόνας της Κυριακής του Θωμά. Τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο (+886), στον οποίο αποδίδονται οι Κανόνες του Όρθρου των Κυριακών του Παραλυτικού, της Σαμαρείτιδος, του Γεννημένου Τυφλού και της Πέμπτης της Αναλήψεως.

Από τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου σταματώ μονάχα σε μία, στην Κυριακή του Γεννημένου Τυφλού.

Κυριακή του Γεννημένου Τυφλού

Για την Κυριακή αυτή ο Ρωμανός ο Μελωδός έχει γράψει ένα ωραιότατο Κοντάκιο, ασφαλώς ένα από τα καλύτερα και βαθύτερα του Υνογραφικού του έργου. Αλλά το Κοντάκιο αυτό είναι ακρωτηριασμένο, διατηρούνται μονάχα το Προοίμιο, δηλαδή η Εισαγωγή του και τρεις Στροφές, οι  υπόλοιπες έχουν χαθεί. Το Προοίμιο και η πρώτη Στροφή μπήκανε στην Ακολουθία του Όρθρου αυτής της Κυριακής.

Το κείμενο της Στροφής του Ρωμανού μας παρουσιάζει μερικές όψεις τις οποίες πρέπει να υπογραμμίσουμε. Στην αρχή η Στροφή εμπεριέχει μία ομολογία της Τριαδικής μας πίστεως: ο Υιός γεννημένος από τον Πατέρα, με τον οποίο είναι συνάναρχος, και βασιλεύει και με το Άγιο Πνεύμα, θείο ενεργό των πάντων…

Έπειτα ο Λόγος του Θεού, βάζοντας πηλό στα μάτια του τυφλού, και στρέφοντας τον προς το φως, το φως το φυσικό αλλά προπάντων και προς το φως της γνώσης του Θεού, ενεργεί στο πρόσωπο του τυφλού, σαν να είναι ένα νέο δημιούργημα ή ακολουθώντας κατά γράμμα το κείμενο του Κοντακίου…. Έβαλε πηλό στα μάτια και συμπλήρωσε αυτό που ακόμα έλειπε… Ο Λόγος του Θεού, ο οποίος στην αρχή έπλασε τον Αδάμ από χώμα και με τον λόγο του, τώρα θεραπεύει αυτή την ανθρώπινη φύση, την τραυματισμένη από την αμαρτία, και την επαναφέρει στη θέα του Θεού. Το Κοντάκιο τελειώνει όλες τις τρεις στροφές με τον ίδιο στίχο: «Αυτός ο Θεός, για όσους βρίσκονται στο σκοτάδι, είναι το φως το υπέρλαμπρον».

Ένα από τα τροπάρια του Εσπερινού αυτής της Κυριακής σημειώνει τη σύνδεση μεταξύ της τυφλότητας και του ειδωλολατρικού κόσμου, τυφλοί είναι εκείνοι οι οποίοι δεν βλέπουν και δεν γνωρίζουν τον Χριστό. Επομένως η ανάκτηση της οράσεως και της θέας του Χριστού, συνδέεται με την ομολογία της πίστεως:

«Ο Τυφλός γεννηθείς, εν τώ ιδίω λογισμώ έλεγεν, Άρα εγώ, δι’ αμαρτίας γονέων εγεννήθην αόμματος; Άρα εγώ, δι’ απιστίαν εθνών εγεννήθην εις ένδειξιν; ουχ ικανώ τού ερωτάν Πότε νύξ πότε ημέρα, ουκ ευτονούσί μου οι πόδες τά τών λίθων προσκρούσματα, ου γάρ είδον τόν ήλιον λάμποντα, ουδέ εν εικόνι τόν εμέ πλαστουργήσαντα….

Ύπαγε, νίψαι εις τού Σιλωάμ, καί νιψάμενος ανέβλεψε, δόξαν αναπέμπων Θεώ, οι δέ αγχισταί αυτού, έλεγον αυτώ, Τίς σου τάς κόρας διήνοιξεν άς ουδείς τών βλεπόντων ιάσαι ίσχυσεν, …..»

Μερικά Τροπάρια των Ωδών επαναλαμβάνουν το θέμα το οποίο ανέπτυξε ήδη ο Ρωμανός ο Μελωδός το θέμα της συνδέσεως του πηλού στα μάτια του τυφλού και της νέας δημιουργίας που προέκυψε με το άνοιγμα των ματιών του. Η Κυριακή του γεννημένου τυφλού μέσα στο σύνολο του Πεντηκοσταρίου είναι μία μεγάλη κατήχηση για το βάπτισμα και αυτό γίνεται φανερό, τόσο από το ίδιο το Ευαγγέλιο, όσο και από τα κείμενα της Ιερής Ακολουθίας.

Αυτή η κατήχηση τοποθετείται σ’ αυτήν την Κυριακή από την οποία προηγούνται δύο άλλες Κυριακές με το χαρακτήρα της κατηχήσεως του βαπτίσματος: η Κυριακή του Παραλυτικού στην κολυμπήθρα και η Κυριακή της Σαμαρείτιδος.

Μερικές όψεις που πρέπει να υπογραμμιστούν σ’ αυτήν τη μυσταγωγία του βαπτίσματος είναι :

  1. Πρώτα πρώτα το Ευαγγέλιο υπογραμμίζει την τυφλότητα, την αδυναμία οράσεως του ανθρώπου, μπροστά στην όραση και τη θέα του Χριστού: «Καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός». Πρώτο σημείο είναι η τυφλότητα, αλλά μία τυφλότητα η οποία και αυτή πρέπει να οδηγήσει στη δόξα του Θεού.
  2. Δεύτερο είναι το θέμα του νιψίματος, του καθαρισμού διαμέσου τόσο του πηλού όσο και του πλυσίματος στην κολυμπήθρα: Αφού είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το σάλιο άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού, και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ» (που σημαίνει απεσταλμένος από τον Θεό). Ξεκίνησε λοιπόν ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. (Ιω. 9, 6-7)
  3. Τρίτο είναι το άνοιγμα των ματιών: ο τυφλός πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε.
  4. Τέταρτο είναι η θεραπεία και η φυσική όραση αλλά και η πνευματική όραση του τυφλού: ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και όταν τον βρήκε του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» Ο Ιησούς απάντησε «Μα τον έχεις κιόλας δει. Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». (Ιω. 9, 35-36)
  5. Τελικά η αναγνώριση του προσώπου του Ιησού, και η προσκύνησή Του με αγάπη: «Πιστεύω, Κύριε» είπε και τον προσκύνησε. (Ιω 9, 38)

Η Ανάληψη

Για την Ανάληψη του Κυρίου, την οποία γιορτάζουμε την τεσσαρακοστή  μέρα μετά την Ανάσταση, έχουμε μαρτυρίες ήδη από τον 4o αιώνα, γύρω στο 325, που μας δίδει ο Ευσέβιος Καισαρείας.

Αντίθετα, η προσκυνήτρια Εγερία μιλά για τον εορτασμό της τεσσαρακοστής ημέρας μετά το Πάσχα, αλλά τον προσδιορίζει στη Βηθλεέμ, και όχι στο Όρος των Ελαιών, από όπου ο Κύριος αναλήφθηκε στον ουρανό. Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν το γεγονός, υπογραμμίζοντας ότι η Ανάληψη του Κυρίου έγινε στον ίδιο τόπο, όπου είχε κατέβει από τον ουρανό. Αντίθετα, σύμφωνα πάντοτε με την Εγερία, η συνάθροιση των πιστών με τον Επίσκοπό τους στο Όρος των Ελαιών και η αναγνώριση της Αναλήψεως του Χριστού στον ουρανό γίνεται την παραμονή της Πεντηκοστής. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έκαναν ομιλίες για την Ανάληψη στο Δυτικό κόσμο, και ο Ιερός Αυγουστίνος της Ιππόνας στις αρχές του 5ου αιώνα αφιέρωσε μερικές ομιλίες του στην Ανάληψη του Κυρίου.

Τα Τροπάρια της Ακολουθίας αυτής της γιορτής είναι πολύ ωραία και βαθιά. Όπως γνωρίζετε πολλά κείμενα της βυζαντινής θείας λατρείας αποτελούν ομολογίες πίστεως ή συνόψεις ομολογίας πίστεως της Εκκλησίας.

Το πρώτο τροπάριο του Εσπερινού συνοψίζει την ομολογία πίστεως της Συνόδου της Χαλκηδόνας: ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος:

«ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς ίνα πέμψει τον Παράκλητον τω κόσμω. Οι ουρανοί ητοίμασαν τον θρόνον αυτού, νεφέλαι την επίβασιν αυτού. Άγγελοι θαυμάζουσιν, άνθρωπον ορώντες υπεράνω αυτών. Ο Πατήρ εκδέχεται, όν έν κόλποις έχι συναΐδιον. Το πνεύμα το άγιον κελεύει πάσι τοις Αγγέλοις αυτού. Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών. Πάντα τα έθνη κροτήσατε χείρας ότι ανέβη Χριστός, όπου ήν το πρότερον».

Το πέμπτο τροπάριο του Εσπερινού επανέρχεται στο θέμα της θείας κενώσεως του Λόγου του Θεού, με μία ποιητική εικόνα, πολύ ωραία και πολύ βαθιά: «ο δι’ εμέ πτωχεύσας κατ’ εμέ…»            

Επίσης το πρώτο τροπάριο του εσπερινού, και το δεύτερο των αποστίχων αναφέρονται στον 23ο ψαλμό, ο οποίος απαγγέλλεται στη θεία λατρεία του Πάσχα, και συνδέεται με την Ανάληψη του Κυρίου:

« Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν. Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας·ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον». 

Έπειτα ακολουθεί μία νέα ανάγνωση από τους ψαλμούς 23 και 46: «Ἀναλαμβανομένου σου Χριστέ, ἐκ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, αἱ δυνάμεις ὁρῶσαι ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ ἐβόων· Τίς ἐστιν οὗτος; καὶ φησὶ πρὸς αὐτάς· Οὗτός ἐστιν ὁ κραταιός καὶ δυνάστης, οὗτός ἐστιν ὁ δυνατὸς ἐν πολέμῳ, οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης. Καὶ ἵνα τί αὐτοῦ ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια; Ἐκ Βοσὸρ ἥκει, ὅπερ ἐστί, τῆς σαρκός. Αὐτὸς δὲ ὡς Θεὸς ἐν δεξιᾷ καθίσας τῆς μεγαλωσύνης, ἀπέστειλας ἡμῖν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἵνα ὁδηγήσῃ, καὶ σώσῃ τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας και σε διάφορα τροπάρια με εκφράσεις πραγματικά ανθρωπιστικές που αποδεικνύουν τη θεότητα του Λόγου του Θεού:

«Τῶν κόλπων τῶν πατρικῶν μὴ χωρισθείς, γλυκύτατε Ἰησοῦ, καὶ τοῖς ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος, συναναστραφείς, σήμερον ἀπ’ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, καὶ τὴν πεσοῦσαν φύσιν ἡμῶν συμπαθῶς ἀνυψώσας, τῷ Πατρὶ συνεκάθισας·»

Όσον αφορά την ευαγγελική περικοπή του Όρθρου της γιορτής, αναφέρεται το κείμενο της Ανάληψης σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ενώ εκείνο της Θείας Λειτουργίας, αναφέρεται η ευαγγελική περικοπή από το κατά Λουκά Ευαγγέλιο.  Ως προς τον Όρθρο αναφέρω μόνο το Κοντάκιο και τον Οίκο, τα οποία και τα δύο έχουν γραφτεί από το Ρωμανό το Μελωδό:

«Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος, καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν».

 “Τὰ τῆς γῆς ἐπὶ τῆς γῆς καταλιπόντες, τὰ τῆς τέφρας τῶ χοϊ παραχωροῦντες, δεῦτε ἀνανήψωμεν, καὶ εἰς ὕψος ἐπάρωμεν, ὄμματα καὶ νοήματα, πετάσωμεν τὰς ὄψεις ὁμοῦ καὶ τὰς αἰσθήσεις, ἐπὶ τὰς οὐρανίους πύλας οἱ θνητοί, νομίσωμεν εἶναι τοῦ Ἐλαιῶνος εἰς ὄρος, καὶ ἀτενίζειν τῶ λυτρουμένω ἐπὶ νεφέλης ἐποχουμένω, ἐκεῖθεν γὰρ ὁ Κύριος εἰς οὐρανοὺς ἀνέδραμεν, ἐκεῖ καὶ ὁ φιλόδωρος τὰς δωρεὰς διένειμε τοίς, Ἀποστόλοις αὐτοῦ, καλέσας ὡς Πατήρ, καὶ στηρίξας αὐτούς, ὁδηγήσας ὡς Υἱούς, καὶ λέξας πρὸς αὐτούς, οὐ χωρίζομαι ὑμῶν, Ἐγὼ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν”.

Η παρουσία του Κυρίου ανάμεσα στους δικούς του. Γι’ αυτήν την πραγματικότητα της πίστεως μας βρίσκουμε επίσης μία καθαρή διαπίστωση στην εικόνα της γιορτής. Πίσω από την εικόνα της Αναλήψεως βρίσκονται δύο καθαρά κείμενα: Λκ.24, 50-53: «Καθώς τους ευλογούσε, άρχισε να απομακρύνεται απ’ αυτούς και να ανεβαίνει στον ουρανό….»  και Πραξ.1, 9-11 : «….ξαφνικά δύο άντρες εμφανίστηκαν μπροστά τους με άσπρα ενδύματα και τους είπαν…. Αυτός ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από ανάμεσά σας στον ουρανό, έτσι θα έρθει πάλι…»

Ήδη από τον  6ο αιώνα η εικόνα είναι λίγο – πολύ σταθερή στη σημερινή της μορφή. Η εικόνα είναι χωρισμένη σε δύο μέρη, που διακρίνονται καθαρά μεταξύ τους: στο επάνω μέρος βρίσκεται ο Χριστός, καθισμένος σε ένα θρόνο, ακίνητος στη δόξα Του, στηριζόμενος από δύο αγγέλους. Στο κάτω μέρος βρίσκεται η Μητέρα του Θεού, οι Απόστολοι και δύο άγγελοι με άσπρη ενδυμασία. Αν και τα βιβλικά κείμενα δεν μιλούν  για την παρουσία της Αειπαρθένου Μαρίας στην Ανάληψη του Χριστού, όμως  η Θεοτόκος συνδέεται με τις μεγάλες στιγμές της οικονομίας της σωτηρίας μας. Τα βιβλικά κείμενα δεν μιλούν επίσης ούτε για την  παρουσία του Αποστόλου Παύλου, αλλά αυτός εικονίζεται πάντοτε επάνω στην εικόνα της Αναλήψεως.

Εάν προσέξετε την εικόνα, θα δείτε μία πολύ καθαρή γραμμή ανάμεσα στον Χριστό με τους δύο αγγέλους (τον ουρανό), και τη Μαρία με τους Αποστόλους (τη γη), που εκπροσωπούν την Εκκλησία. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μετά την Ανάληψη, ο Χριστός δε βρίσκεται πια με τους δικούς Του. Αλλά από την άλλη, υπάρχει μία συνέχεια, μία ενότητα ανάμεσα στον ουρανό και στη γη, ανάμεσα στο Χριστό και στην Εκκλησία, μία ενότητα την οποία η εικόνα κατορθώνει πολύ καλά να την φανερώνει. Αυτή η ενότητα υπογραμμίζεται διαμέσου των δύο αγγέλων με τις λευκές ενδυμασίες οι οποίοι εκπροσωπούν τον ουρανό, ή επίσης υπογραμμίζεται και διαμέσου της στάσεως της προσευχόμενης Μαρίας, της Εκκλησίας. Στον δικό μας Καθεδρικό Ναό η εικόνα της Αναλήψεως (κοιτάξτε με ηρεμία), βρίσκεται ακριβώς πάνω από το Ιερό Βήμα, συμβολίζοντας ασφαλώς τον  Κύριο, ο οποίος ανεβαίνει στον ουρανό, αλλά και ο οποίος επιστρέφει. Επιστρέφει στο τέλος του κόσμου, αλλά επιστρέφει και κάθε φορά, που ως χριστιανική κοινότητα, ως Εκκλησία, τελούμε τα Ιερά Μυστήρια.

Η εικόνα της Αναλήψεως ατενίζει το Χριστό στην ύψωσή Του, στηριζόμενο από τους αγγέλους, αλλά ατενίζει και την εικόνα της ένδοξης επιστροφής Του: «θα επιστρέψει μία μέρα με τον ίδιο τρόπο…» Από την Ανάληψη Του μέχρι την επιστροφή Του, ο Χριστός προΐσταται στην Εκκλησία Του. Στην εικόνα της Αναλήψεως, ο Χριστός από το θρόνο Του προΐσταται στην Εκκλησία αποτελούμενη από τους Αποστόλους, προΐσταται στην προσευχή της Εκκλησίας. Η στάση της Μαρίας είναι πάντοτε η ίδια, είναι στάση προσευχής. Η Μαρία δεν κοιτάζει προς τα πάνω σχεδόν σε καμία εικόνα της Αναλήψεως, αλλά κοιτάζει εμπρός της, κοιτάζει την Εκκλησία, θυμίζοντας της την ανάγκη της αγρυπνίας, την ανάγκη της προσευχής.

Ένα από τα Θεοτοκία της γιορτής τονίζει αυτή την ανάγκη της προσευχής: «Άσπιλε Θεοτόκε, μεσίτευε στον Θεό, ο οποίος από σένα ενσαρκώθηκε, χωρίς να απομακρυνθεί από τον κόλπο του Πατέρα, ώστε να σώσει αυτούς τους οποίους έπλασε…»

Την Ενσάρκωση για την οποία μιλά αυτό το Θεοτοκίο, τη βρίσκουμε στην εικόνα δια μέσου της ορθής στάσεως του Χριστού μπροστά στη Μαρία, και διαμέσου της παρουσίας των αγγέλων όπως είναι ο άγγελος στην εικόνα του Ευαγγελισμού. Εκεί στον Ευαγγελισμό η στάση της Μαρίας είναι ευλάβεια μπροστά στο μυστήριο, εδώ στη Μεταμόρφωση, η Μαρία στέκεται όρθια, δηλώνοντας στάση αίνου και προσευχής, μπροστά στο ίδιο το μυστήριο.

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Ας κάνουμε μια αναφορά και στη γιορτή της Πεντηκοστής.

Η μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής, την οποία θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, θα μας οδηγήσει να ζήσουμε και πάλι τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, τη γέννηση της Εκκλησίας, τη γέννηση της εν Χριστώ ζωής μας. Γνωρίζετε ότι ένα από τα έργα του  Νικολάου Καβάσιλα φέρει ακριβώς τον τίτλο: «Η ζωή εν Χριστώ».

Πρόκειται για ένα σχολιασμό των ιερών μυστηρίων της χριστιανικής μας μυήσεως, δηλαδή του μυστηρίου του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, όπως επίσης και της καθιερώσεως του ιερού βήματος, στην εφαρμογή τους στη ζωή των πιστών. Για κάθε χριστιανό η ζωή εν Χριστώ είναι η ζωή μέσα στην Εκκλησία, η ζωή, δηλαδή η δωρεά της Αγίου Πνεύματος, η οποία μας δίνεται διαμέσου των ιερών μυστηρίων. Επομένως δεν πρόκειται για τη ζωή του χριστιανού, αλλά κυρίως για τη ζωή εν Χριστώ, όχι τόσο για εκείνο που ο χριστιανός κάνει, οφείλει να κάνει, ή μπορεί να κάνει, αλλά  για εκείνο το οποίο ο Χριστός κάνει και ενεργεί σ’ αυτόν διαμέσου του Αγίου Πνεύματος.

Σε όλες τις ανατολικές θείες λατρείες, στην έναρξη κάθε ιερού μυστηρίου, υπογραμμίζεται ο ρόλος τους Αγίου Πνεύματος και επομένως η σπουδαιότητα της επικλήσεως, της ιδιαίτερης προσευχής για τη δράση του Αγίου Πνεύματος. Κάθε προσευχή στον βυζαντινό λειτουργικό τύπο, αρχίζει με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος.  Το Άγιο Πνεύμα είναι πάντοτε και παντού παρόν…. Αλλά να μιλούμε για το Άγιο Πνεύμα δεν είναι εύκολο, είναι μάλλον δύσκολο και είναι δύσκολο ακόμα και για τους Πατέρες της Εκκλησίας.  Αυτοί ευχαρίστως μας μιλούν, όχι τόσο για το τι είναι το Άγιο Πνεύμα, αλλά για το τι κάνει και ενεργεί σ’ εμάς. Το ίδιο το «Πιστεύω» της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως το ονομάζει μονάχα «Κύριον και ζωοποιόν».

Έπειτα υπάρχει και ένα άλλο κεντρικό γεγονός, το οποίο οι Πατέρες επίσης υπογραμμίζουν: στη χριστιανική ζωή το Άγιο Πνεύμα δεν μας αποκαλύπτει τη δική του μορφή, αλλά τη μορφή του Χριστού, αυτό μας οδηγεί σε όλη την αλήθεια του Χριστού. Στην ιστορία της σωτηρίας μας, το Πνεύμα του Θεού είναι πάντα παρόν στις πρωταρχικές στιγμές: στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, μέσα στη δημιουργία το Πνεύμα του Θεού περιφέρεται πάνω από τα ύδατα, έπειτα το Πνεύμα του Θεού κατεβαίνει πάνω στην Αειπάρθενο Μαρία, και τελικά κατά την Πεντηκοστή το Πνεύμα του Θεού  κατεβαίνει πάνω στην Εκκλησία, η οποία βρίσκεται στη γέννησή της.

Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε τη μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής. Σαν λατρευτική γιορτή τελείται πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, είναι μία από τις αρχαιότερες γιορτές του χριστιανικού ημερολογίου.  Σαν γιορτή υπάρχει ίσως από τα τέλη του 2ου αιώνα και πληροφορίες μας δίνει ο Τερτυλλιανός. Ο εορτασμός της τελείται καθαρά από το πρώτο μισό του 3ου αιώνα. Ο Ωριγένης μιλά για τον ετήσιο εορτασμό της. Ήδη από τον 4ο αιώνα αποτελεί μέρος της θεολογικής και λατρευτικής κληρονομιάς των διαφόρων εκκλησιών. Η Εγηρία μαρτυρεί για τον εορτασμό της στην Ιερουσαλήμ. Στη συνέχεια έχουμε τα κείμενα των Καππαδόκων Πατέρων, και άλλων χριστιανών συγγραφέων. Κατά τον 6ο αιώνα ο Ρωμανός ο Μελωδός συνθέτει διάφορα Κοντάκια. Στο σημερινό Βυζαντινό Ημερολόγιο η γιορτή τελείται κατά την πεντηκοστή μέρα μετά το Πάσχα.  Κατά την άμεσα προηγούμενη μέρα, δηλαδή το Σάββατο το ονομάζουμε Ψυχοσάββατο, γιατί τελούμε επιμνημόσυνες λειτουργίες εις μνήμη των κεκοιμημένων αδελφών μας. Κατά την Κυριακή που προηγείται της Πεντηκοστής τιμούμε τη μνήμη των Πατέρων της Συνόδου της Νικαίας και την επόμενη Κυριακή της Πεντηκοστής τιμούμε τους Αγίους Πάντες.

Όσον αφορά την Ακολουθία της Πεντηκοστής, θέλω να επιστήσω την προσοχή σας πάνω απ’ όλα, στην ωραιότητα και στο θεολογικό βάθος των διαφόρων Τροπαρίων της. Από τη μία πλευρά σ’ αυτά τα κείμενα επανέρχεται συχνά το θέμα της ανανεώσεως, και της πνευματικής αλλαγής, που πραγματοποιείται στην καρδιά των ανθρώπων, διαμέσου του Αγίου Πνεύματος. Από την άλλη επαναλαμβάνονται οι Τριαδικές ομολογίες (η Πεντηκοστή είναι μία γιορτή, μία Θεοφανία προπάντων Τριαδική). Η μελέτη σε ένα από τα τρία Πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος δε μπορεί ποτέ να παραβλέψει το μυστήριο που κρύβεται σ’ αυτήν την Τριάδα. Προσέξτε ακόμα μεταξύ των Τροπαρίων την παρουσία δύο κειμένων, τα οποία πέρασαν και σε άλλες στιγμές της θείας λατρείας: το τρίτο τροπάριο «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν», το οποίο στη Θεία Λατρεία, αμέσως μετά τη θεία κοινωνία, υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ της Πεντηκοστής, δηλαδή της Δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, και της Θείας Ευχαριστίας το ίδιο αυτό τροπάριο συνδέει τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος με την Τριαδική ομολογία, με το νόημα που ανέφερα πριν από λίγο: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν», (αναφορά χριστολογική, Εκείνος, ο Χριστός είναι το φως), «ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…» (αναφορά στο Άγιο Πνεύμα), «εὕρομεν Πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες» (αναφορά τριαδική, συνδεδεμένη με την ομολογία της αληθινής πίστεως), « αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσε». Έπειτα έρχεται το τροπάριο: «Βασιλεῦ οὐράνιεΠαράκλητε…», το οποίο έγινε η πρώτη προσευχή όλων των Ιερών Ακολουθιών. Στις Βυζαντινές Εκκλησίες το Τροπάριο αυτό αποτελεί την εισαγωγή κάθε άλλης προσευχής, με τρόπο θα έλεγα μίας επικλήσεως, για να υπογραμμίζει το κεντρικό γεγονός ότι το Άγιο Πνεύμα αρχίζει και κινεί κάθε προσευχή των χριστιανών: Με τον ίδιο τρόπο επίσης το Άγιο Πνεύμα έρχεται σε βοήθεια της αδυναμίας μας: «Πραγματικά εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι, ούτε πώς, να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει τον ίδιο τον Θεό για μας, με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις…» (Ρωμ. 8, 26)

Ο εορτασμός της Πεντηκοστής ως Τριαδικής Θεοφανίας (τα τροπάρια είναι περισσότερο τριαδικά παρά πνευματολογικά, στη γραμμή που υποδείξαμε στην αρχή της ομιλίας μας), είναι ο εορτασμός της Πεντηκοστής ως δωρεάς του Αγίου Πνεύματος σήμερα στην Εκκλησία, σε κάθε χριστιανό στον καθένα από εμάς. Ας προσέξουμε τρεις όψεις:

Πρώτη όψη: η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι δωρεά προς όλο το λαό του Θεού.  Οι Πράξεις των Αποστόλων μας λένε ότι όλοι πλημμύρισαν από το Άγιο Πνεύμα (Πραξ. 2, 4). Αυτό σημαίνει ότι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος δεν δόθηκε μόνο στους επισκόπους, στον κλήρο ή σε μερικούς μαθητές, αλλά σε όλους και στον καθένα από τους βαπτισμένους: όλοι λοιπόν είμαστε πνευματοφόροι.

Δεύτερη όψη: η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι δωρεά ενότητας. Οι Πράξεις των Αποστόλων υπογραμμίζουν την ενότητα μεταξύ αυτών που πιστεύουν. Η Πεντηκοστή είναι το αντίθετο άκρο του πύργου της Βαβέλ: το Άγιο Πνεύμα φέρνει ενότητα, μας κάνει ικανούς να μιλούμε με μία μόνο φωνή.

Τρίτη όψη: η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι επίσης μια δωρεά διαφορετικότητας. οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν ότι οι πύρινες γλώσσες κατέβηκαν πάνω στον καθένα από αυτούς. Η Πεντηκοστή δεν καταργεί τη διαφορετικότητα, αλλά κάνει ώστε αυτή η διαφορετικότητα,  αυτή η ειδική ταυτότητά του καθενός μας, ο κάθε ένας με τις ιδιαιτερότητες του να πάψει να είναι αιτία χωρισμού. Ένας σύγχρονος Ανατολικός συγγραφέας γράφει ότι η ζωή, έν Αγίω Πνεύματι, η αγιοσύνη, κατέχει μία απέραντη διαφορετικότητα, ενώ η αμαρτία είναι πάντοτε επαναληπτική.

Θέλω να κάνω ακόμα μία αναφορά σχετικά με τη θεία λατρεία της ημέρας της Πεντηκοστής που αφορά τις τρεις ευχές της γονυκλισίας, οι οποίες γίνονται στον Εσπερινό ή στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Υπάρχουν διάφορες μελέτες για την προέλευση αυτών των κειμένων. Μερικές γραμμές των κειμένων φαίνονται σίγουρα να ανήκουν στο Μέγα Βασίλειο.  Η ομοιότητα μεταξύ της λειτουργικής αναφοράς του Μεγάλου Βασιλείου και μερικών μερών αυτών των Ευχών είναι πολύ δυνατή. Σε κάθε περίπτωση θέλω να υπογραμμίσω ότι δεν πρόκειται ούτε για κείμενα ούτε για πράξεις μετανοίας. Όσον αφορά τα κείμενα, πρόκειται για τρεις Ευχές οι οποίες έχουν σχεδόν τη μορφή λειτουργικών αναφορών με τις οποίες επικαλούμαστε το μυστήριο του Θεού και το μυστήριο των πραγμάτων που Εκείνος έκανε για τη λύτρωση του ανθρώπου: «Άγραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, αμέτρητε, αθάνατε… Κύριε, Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: του δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν  κατελθόντος εκ των ουρανών και σαρκωθέντος εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Αειπαρθένου … δώσε στο λαό σου το πλήρωμα της αγάπης σου… αγίασον ημάς με τη δύναμη της χειρός σου….». Όσον αφορά στις χειρονομίες είπα παραπάνω ότι δεν πρόκειται για χειρονομίες μετάνοιας, διότι από τη μία μεριά όπως είπα, τα κείμενα δεν είναι κείμενα μετανοίας, από την άλλη πλευρά η γονυκλισία στην Βυζαντινή Παράδοση, τουλάχιστον στο καθαρά λατρευτικό επίπεδο, δεν είναι πράξη μετανοίας, αλλά πράξη επικλήσεως.

Ας σκεφτούμε τη γονυκλισία εκείνου που χειροτονείται διάκονος, ιερέας, ή επίσκοπος: γονατίζει μπροστά στο ιερό βήμα, αγγίζοντας το ιερό βήμα, όταν ο επίσκοπος επιθέτει τα χέρια του στην κεφαλή του, λέγοντας την επίκληση.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Προσπάθησα να σας βοηθήσω για να δείτε και να ανακαλύψετε το μυσταγωγικό και κατηχητικό νόημα της Θείας Λατρείας, το νόημα που υπογραμμίζεται έντονα στις Θείες Λατρείες της χριστιανικής Ανατολής και με ιδιαίτερο τρόπο στις Θείες Λατρείες Βυζαντινής Παραδόσεως: η Θεία Λατρεία είναι ένας διδάσκαλος στην πίστη των πιστών, και είδαμε πως αυτή η Θεία Λατρεία είναι γεμάτη από στοιχεία τα οποία μορφώνουν τους πιστούς στις αλήθειες της πίστεως. Για το λόγο αυτό η Βυζαντινή Θεία λατρεία (και όλες οι χριστιανικές θείες λατρείες), ανήκει στην Εκκλησία, η οποία την φυλάει ως ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά. Αυτήν την μυσταγωγική και κατηχητική διάσταση τη βρήκαμε στα Λειτουργικά Κείμενα (τόσο στα βιβλικά όσο και στα ευχολογικά), και όπως υπέδειξα στην αρχή αυτής της ομιλίας, τη βρίσκουμε επίσης στην ίδια την τέλεση των Ιερών Ακολουθιών μέσα στον Λειτουργικό Κύκλο (του τελετουργικού έτους),  όπως και στην εικονογραφία και στην αρχιτεκτονική.

Βλέποντας τα κείμενα του Πεντηκοσταρίου (παρουσιάσαμε μονάχα μερικά δείγματα από αυτά), προσπαθώντας να εμβαθύνουμε το νόημα τους, και να τα εξιχνιάσουμε, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα εξής:

  1. Η Θεία Λατρεία (οποιασδήποτε χριστιανικής Εκκλησίας, της Ανατολής και της Δύσης), είναι ο θεμελιώδης χώρος όπου κηρύσσεται ο Λόγος του Θεού, και ομολογείται η χριστιανική πίστη.
  2. Η Θεία Λατρεία είναι ο θεμελιώδης χώρος όπου ο κηρυττόμενος Λόγος και η ομολογημένη πίστη γίνονται μελέτη προσευχής, ενότητα στη ζωή της Εκκλησίας και κάθε πιστού.
  3. Η Θεία Λατρεία είναι ο θεμελιώδης χώρος όπου ο Λόγος του Θεού γίνεται μελέτη μας και προσευχή μας και ομολογούμε την πίστη μας, γίνεται επίσης δοξολογία του Θεού εκ μέρους της Εκκλησίας και εκ μέρους κάθε χριστιανού.