Η Βυζαντινή Θεία Λειτουργία – 28 Φεβρουαρίου 2019

Η Βυζαντινή Θεία Λειτουργία – 28 Φεβρουαρίου 2019

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΞΑΡΧΙΑ
ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΗΛΙΚΟΥΣ 2018-2019

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η διάλεξη του μήνα Δεκεμβρίου η δεύτερη αυτής της σειράς την οποία θέλω να αφιερώσω στην παρουσίαση της βυζαντινής Θείας Λειτουργίας είχε ως επίκεντρο της στα σχόλια της ακολουθίας της Προσκομιδής.

Προσπάθησα να υπογραμμίσω τα διάφορα μέρη, τις διάφορες ευχές και προπάντων να φανερώσω τη συμβολογία αυτού του μέρους της βυζαντινής Λειτουργίας, το οποίο, όπως συχνά επαναλάμβανα, έστω και αν δεν βλέπεται ούτε ακούτε από τους πιστούς, έχει τη δικιά του σπουδαιότητα, προπάντων τη συμβολική χριστολογική και εκκλησιολογική σπουδαιότητα, την οποία προσπάθησα να σας παρουσιάσω.

Θυμηθείτε την ωραιότατη εκείνη χριστολογική διάσταση την οποία θέλησα να υπογραμμίσω στην ενδυμασία των λειτουργικών αμφίων από τον Επίσκοπο, τον ιερέα, τον διάκονο, και επίσης όλων των άλλων, οι οποίοι εκπληρώνουν μία υπηρεσία μέσα στο ιερό βήμα.

Θυμηθείτε επίσης την παραπομπή την οποία έκανα στις ωραίες και βαθιές λέξεις του Βενέδικτου 16ουγι’ αυτήν τη συμβολογία , τις οποίες επαναλαμβάνω τώρα για μία ακόμα φορά.

Ο Πάπας με το πολύ κατηχητικό και καθαρό ύφος του, είπε στην ομιλία του: «Κατά τα ιερά μυστήρια ο ιερέας δεν αντιπροσωπεύει τον εαυτό του, και δεν μιλά εκφράζοντας τον εαυτό του, αλλά μιλά για κάποιον Άλλο, μιλά για τον Χριστό…» Και ο Πάπας Βενέδικτος ο 16οςσυνεχίζει: «Το γεγονός ότι βρισκόμαστε στο ιερό βήμα, ντυμένοι με τα λειτουργικά άμφια, πρέπει να παρουσιάζει καθαρά στους πιστούς και στον εαυτό μας ότι βρισκόμαστε εκεί παρουσιάζοντας κάποιον Άλλον δηλαδή τον ίδιο τον Χριστό. Τα ιερατικά άμφια, όπως εξελίχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, αποτελούν μία βαθιά συμβολική έκφραση αυτού που σημαίνει ιεροσύνη».

Πέρα από τη συμβολογία στην ενδυμασία των λειτουργικών αμφίων, εξήγησα επίσης την χριστολογική και εκκλησιολογική διάσταση της προετοιμασίας του άρτου και του οίνου. Αυτή η προετοιμασία στη βυζαντινή παράδοση, όπως και στην κοπτική παράδοση είναι πολύ ανεπτυγμένη, ενώ σε άλλες λειτουργικές παραδόσεις, ανατολικές και δυτικές (στη συριακή, στη χαλδαϊκή στη λατινική…), είναι πιο περιορισμένη. Οπωσδήποτε ένα πράγμα είναι σπουδαίο και πρέπει να το υπογραμμίσουμε για όλες τις λειτουργικές παραδόσεις, τη βυζαντινή, τη συριακή, τη χαλδαϊκή, τη λατινική:  για την ιερουργία των Ιερών Μυστηρίων πρέπει να χρησιμοποιούμε πάντοτε το μη καθαγιασμένο λειτουργιών άρτο. Ή αν θέλετε με άλλα λόγια: στη λειτουργία καθαγιάζεται πάντοτε ο άρτος ο οποίος έπειτα μεταδίδεται για τη Θεία Κοινωνία, χωρίς να χρησιμοποιούμε το ιερό αρτοφόριο, το οποίο εμπεριέχει μονάχα την Θεία Ευχαριστία για την κοινωνία των ασθενούντων ή των βαπτιζομένων. Εάν κατά την ιεροτελεστία της Θείας Λειτουργίας, πριν από την αναφορά (υπογραμμίζω πριν από την αναφορά, δηλαδή πριν από την καθαγίαση), αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν περισσότεροι ή λιγότεροι πιστοί από όσοι υπολογίζαμε, μπορούμε να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε μερίδες στον άρτο που προετοιμάσαμε.

Επομένως, αφού μιλήσαμε για την Προσκομιδή, στην Τρίτη αυτή κατηχητική μας συνάντηση θέλω να σας παρουσιάσω μερικές όψεις από το πρώτο μέρος της Βυζαντινής Θείας Λειτουργίας γνωστής ως «Λειτουργίας των Κατηχούμενων».

Όπως σας έλεγα παρουσιάζω τα διάφορα μέρη της Θείας Λειτουργίας όπως την τελούμε σήμερα, όπως βρίσκεται στα βυζαντινά λειτουργικά μας βιβλία, χωρίς να κάνω μία ιστορική παρουσίαση, η οποία ξεπερνά τον σκοπό αυτών των συναντήσεών μας. Μερικές ιστορικές αναφορές ασφαλώς τις κάνω, αλλά βασικά σχολιάζω την Θεία Λειτουργία όπως αυτή τελείται σήμερα.

Κάποιος από σας πριν λίγο καιρό με ρώτησε αν στη βυζαντινή παράδοση γενικά, υπάρχει η πρόταση ή η ιδέα μία «λειτουργικής ρυθμίσεως», περίπου παράλληλης με τη λειτουργική μεταρρύθμιση που έγινε στη ρωμαϊκή Λατινική Λειτουργία. Κατά τη γνώμη μου πριν δώσουμε την απάντηση θα έπρεπε να διερωτηθούμε: μία «λειτουργική μεταρρύθμιση», με ποια κριτήρια; Με κριτήρια ιστορικά; ποιμαντικά; Εκκλησιολογικά; Έπειτα μια λειτουργική μεταρρύθμιση που θα μας οδηγούσε προς τα πίσω, μέχρι που θα έπρεπε να φτάσει; Μήπως μέχρι την μεσαιωνική βυζαντινή λειτουργία, από τον  ενδέκατο ως τον δέκατο τέταρτο αιώνα; Μήπως μέχρι την έντονη μοναστική βυζαντινή λειτουργία της περιόδου, μετά την κρίση της εικονοκλαστίας, από τον όγδοο ως το δέκατο αιώνα; Μήπως μέχρι τη βυζαντινή λειτουργία της αυτοκρατορικής περιόδου, κατά τον έκτο και έβδομο αιώνα; Ίσως μέχρι τη βυζαντινή λειτουργία του τετάρτου αιώνα;

Μία ενδεχόμενη «λειτουργική μεταρρύθμιση» κατά τη γνώμη μου (πρόκειται για μία απλή προσωπική μου γνώμη), αν έπρεπε να γίνει, θα έπρεπε να στηρίζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις: πρώτα πρώτα θα έπρεπε να αναλύει καλά τα κριτήρια αυτής της μεταρρυθμίσεως: ιστορικά; ποιμαντικά; εκκλησιολογικά; Σε δεύτερο χρόνο αυτή η «λειτουργική μεταρρύθμιση» θα έπρεπε να γίνει από όλες τις Εκκλησίες βυζαντινής παραδόσεως, ορθόδοξες και καθολικές, και όχι μόνο από μία ή από μερικές από αυτές.

Θεία Λειτουργία των Κατηχούμενων

Η βυζαντινή Θεία Λειτουργία έχει βασικά δύο μέρη: (ή τρία μέρη, αν υπολογίσουμε και την Προσκομιδή για την οποία ήδη μιλήσαμε). Για τη Θεία Λειτουργία σταματώ τώρα στα δύο μέρη τη Λειτουργία των Κατηχουμένων και τη Λειτουργία των Πιστών.

Η διάκριση αυτή των δύο μερών, οφείλεται στο γεγονός ότι στο πρώτο μέρος, το οποίο άλλες χριστιανικές λειτουργίες ονομάζουν «Λειτουργία του Λόγου, (γιατί σ’ αυτό διαβάζονται τα αναγνώσματα του Λόγου του Θεού), σ’ αυτό το πρώτο μέρος παρευρίσκονται οι κατηχούμενοι, εκείνοι που προετοιμάζονται να λάβουν το βάπτισμα. Ενώ στο δεύτερο μέρος, το οποίο αρχίζει μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και την ομιλία, οι κατηχούμενοι απολύονται  από την εκκλησία, με κατάλληλη απόλυση που γίνεται από τον διάκονο. Μετά από το βάπτισμά τους οι νεόφυτοι θα γίνονται δεκτοί σε όλη τη θεία λειτουργία.

Επομένως έχουμε δύο διακρινόμενα μέρη: την Λειτουργία των Κατηχουμένων, η οποία αρχίζει με την πρωταρχική ευλογία και καταλήγει με την ανάγνωση του Ευαγγελίου, και συνέχεια με τη Λειτουργία των Πιστών, η οποία αρχίζει μετά από το Ευαγγέλιο και την ομιλία και καταλήγει στο τέλος της θείας λειτουργίας, και έχει ως επίκεντρο της την αναφορά, δηλαδή την ευχαριστιακή προσευχή. Σταματώ σήμερα σε μερικά μέρη της Λειτουργίας των Κατηχουμένων. Σας παρουσιάζω πρώτα ολόκληρη, υπό τη μορφή ενός σχήματος, και έπειτα θα σταματήσω σε μερικά από τα μέρη της.

Το σχήμα της Λειτουργίας των Κατηχουμένων είναι το εξής:

  • Αρχικές ευχές και Ευλογία.
  • Μεγάλη Λιτανεία: Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν… Υπέρ της άνωθεν ειρήνης….(και το «Κύριε ελέησον», μετά από κάθε δέηση).
  • Ευχή του πρώτου αντιφώνου και εκφώνηση.
  • Πρώτο αντίφωνο.
  • Μικρή Λιτανεία (όσον αφορά στις μικρές λιτανείες, αυτές αποτελούνται από την πρώτη από τις δύο τελευταίες δεήσεις, της μεγάλης λιτανείας).
  • Ευχή του δεύτερου αντιφώνου και εκφώνηση.
  • Δεύτερο αντίφωνο.
  • Τροπάριο «ο Μονογενής».
  • Μικρή Λιτανεία
  • Ευχή του τρίτου αντιφώνου και εκφώνηση.
  • Τρίτο αντίφωνο.
  • Ευχή της εισόδου.
  • Είσοδος με το Ευαγγελιάριο
  • Τροπάρια
  • Ευχή του Τρισάγιου
  • Τρισάγιον
  • Απόστολος
  • Ευαγγέλιον

Όπως προανέφερα αυτό είναι το σχήμα της Λειτουργίας των Κατηχουμένων. Χωρίς να κάνω μία ιστορική μελέτη, σημειώνω μονάχα το γεγονός ότι αυτό το μέρος είχε μέσα στους αιώνες διάφορες εξελίξεις και προσθήκες. Ας προσέξουμε τις μαρτυρίες π.χ. του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στα τέλη του τέταρτου αιώνα, βλέπουμε ότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχε μία είσοδος ή επίσημη αρχή της λειτουργίας: πραγματικά, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε μία ομιλία του μας λέει ότι ο Επίσκοπος, πριν πάρει τη θέση του στην καθέδρα του, έλεγε «ειρήνη πάσι», και αμέσως ακολουθούσαν τα αναγνώσματα. Οι αρχικές προσευχές και τα διάφορα μέρη τα οποία υποδείξαμε όπως είναι σήμερα στη λειτουργία, είναι καρπός προσθηκών οι οποίες μπήκαν ανά τους αιώνες.

Δεν αναλύω σημείο προς σημείο όλο τα σχήμα, αλλά σταματώ μονάχα σε μερικά από τα μέρη της Λειτουργίας των Κατηχούμενων.

Αρχικές προσευχές και Ευλογία

Με την έκφραση αυτή εννοώ τις προσευχές που γίνονται από τους συλλειτουργούντες Επίσκοπο, ιερείς και διακόνους στην αρχή της ιεροτελεστίας, βασικά πρόκειται για το τροπάριο «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας…»,το οποίο προέρχεται από τα τροπάρια του εσπερινού της Πεντηκοστής, όπως προανέφερα σε μία από τις κατηχητικές συναντήσεις μας πέρυσι.

Η αρχική ευλογία είναι μία τριαδική επίκληση: «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Όλη η προσευχή την οποία κάνουμε εμείς ως χριστιανοί, είναι μία ομολογία πίστεως στον Τριαδικό Θεό μας, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Επομένως η χριστιανική προσευχή μας είναι πάντοτε μία προσευχή μία επίκληση προς τον Πατέρα, διαμέσου του Υιού, μέσα στο Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό το λόγο η αρχή της Θείας Λειτουργίας είναι μία τριαδική ευλογία.

Τρία αντίφωνα

Με τις λέξεις «τρία αντίφωνα» εννοώ ψαλμικούς στίχους, οι οποίοι ψάλλοντε τρεις φορές, και μεταξύ των αντιφώνων μεσολαβούν μικρές λιτανείες. Στη βυζαντινή παράδοση βρίσκουμε τους ψαλμούς, ή ολόκληρους (θυμηθείτε παραδείγματος χάριν τους έξι ψαλμούς

με τους οποίους αρχίζει ο όρθρος, τους ακέραιους ψαλμούς του εσπερινού και των άλλων ωρών), ή τους βρίσκουμε υπό τη μορφή «αντιφώνων», δηλαδή ψαλμικών στίχων, που συνδέονται με μία γιορτή, ή με μία συγκεκριμένη τελετή. Επομένως τα τρία αντίφωνα στην αρχή της Λειτουργίας των Κατηχούμενων είναι ψαλμικοί στίχοι, οι οποίοι έχουν ένα χαρακτήρα ή μία ερμηνεία κατά κάποιο τρόπο «θεματική»: υπάρχουν αντίφωνα για τις Κυριακές, αντίφωνα για τις μεγάλες γιορτές: Πάσχα, Χριστούγεννα… δηλαδή ψαλμικοί στίχοι που ερμηνεύονται με χριστολογικό νόημα, ψαλμικοί στίχοι τους οποίους η χριστιανική παράδοση τους διάβασε και τους ερμήνευσε σε σχέση με τον ίδιο τον Χριστό. Δίνω μονάχα ένα παράδειγμα. Για τη γιορτή των Θεοφανείων το πρώτο αντίφωνο είναι: «΄Εν εξόδω Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, οἴκου Ἰακὼβ ἐκ λαοῦ βαρβάρου, ἐγενήθη Ἰουδαία ἁγίασμα αὐτοῦ, Ἰσραὴλ ἐξουσία αὐτοῦ.  ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω».

Είναι στίχοι ψαλμικοί του ψαλμού εκατόν δέκα τρία οι οποίοι διαβάζονται με νόημα βαπτιστικό, για τη γιορτή των Θεοφανείων.

Στις Κυριακές τα τρία προβλεπόμενα αντίφωνα έχουν ψαλμικούς στίχους παρμένους από τους ψαλμούς ενενήντα ένα, ενενήντα δύο και ενενήντα τέσσερα.

Πρώτο Αντίφωνο

Ψάλτης:        Αγαθόν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ ψάλλειν τῷ ὀνόματί σου, ῞Υψιστε

Λαός:             Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς

Ψάλτης:        Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς  αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

Ας σημειώσουμε πρώτα πρώτα ότι από την αρχή της Θείας Λειτουργίας η μεσιτευτική προσευχή αφιερώνεται στην Μητέρα του Θεού. Είναι αυτή η οποία μεσιτεύει για την Εκκλησία για τον λαό. Μονάχα στο δεύτερο αντίφωνο εισάγεται η καθαρά χριστολογική επίκληση:  «Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ο εν ‘Αγίοις θαυμαστός, ψάλλοντας σοι Αλληλούια».

Σας επαναλαμβάνω ότι με αυτόν τον τρόπο η βυζαντινή λειτουργία, απευθυνόμενη από το πρώτο αντίφωνο στην Αειπάρθενο Μαρία υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της Μητέρας του Θεού ως μεσίτριας προς τον Υιό της.

Μετά από καθένα των τριών αντιφώνων, υπάρχει μία ευχή την οποία λέει ο Επίσκοπος ή ο ιερέας. Οι ιστορικοί της βυζαντινής λειτουργίας θεωρούν ότι οι ευχές αυτές είναι από τα πιο αρχαϊκά μέρη της λειτουργίας των κατηχούμενων παρόντα πριν από τα αντίφωνα και τις ίδιες τις μικρές λιτανείες. Αναφέρω εδώ δύο από αυτές τις ευχές:

«Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὗ τὸ κράτος ἀνείκαστον καὶ ἡ δόξα ἀκατάληπτος, οὗ τὸ ἔλεος ἀμέτρητον καὶ ἡ φιλανθρωπία ἄφατος· αὐτός, Δέσποτα, κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, ἐπίβλεψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν ἅγιον οἶκον τοῦτον, καὶ ποίησον μεθ’ ἡμῶν καὶ τῶν συνευχομένων ἡμῖν πλούσια τὰ ἐλέη σου καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου».

«Κύριε ο Θεός ημών, σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου. το πλήρωμα της Εκκλησίας σου φύλαξον. αγίασον τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου σου. συ αυτούς αντιδόξασον τη θεϊκή σου δυνάμει και μη εγκαταλίπης ημάς τους ελπίζοντας επί σε».

Σε αυτές τις δύο ευχές σημειώστε τις εκφράσεις: «….αὐτός, Δέσποτα, κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, ἐπίβλεψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν ἅγιον οἶκον τοῦτον…», «Κύριε ο Θεός ημών, σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου…» πρόκειται για δύο επικλήσεις του Επισκόπου ή του ιερέα για τον λαό ο οποίος συναθροίσθηκε για την τέλεση των ιερών Μυστηρίων. Ο ιερουργός μεσιτεύει υπέρ του λαού, και ο ίδιος πρώτος μαζί με όλο τον λαό ατενίζουν και προσεύχονται προς την αψίδα, προς την ανατολή προς τον Κύριο. Αυτή η επίκληση και αυτή η προσευχή υπέρ του λαού μας θυμίζουν τις τρεις επικλήσεις του Επισκόπου υπέρ του λαού, στην αρχιερατική θεία λειτουργία: «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε, και επίσκεψε την άμπελον ταύτην…»

Μετά από το δεύτερο αντίφωνο βρίσκουμε ένα κείμενο, πάνω στο οποίο θέλω να επιμείνω για λίγο. Πρόκειται για το παρακάτω τροπάριο:»

Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀθάνατος ὑπάρχων

καὶ καταδεξάμενος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν,

σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας,

ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας σταυρωθείς τε,

Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας,

εἷς ὢν τῆς ἁγίας Τριάδος,

συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,

σῶσον ἡμᾶς»

Αυτό το τροπάριο είναι μία σύνθεση όλου του σωστικού έργου, το οποίο τέλεσε ο Κύριος, μία σύνθεση της πίστεώς μας: η ενσάρκωση του Υιού του Θεού, ο θάνατός του και η Ανάστασή του, η νίκη του κατά του θανάτου. Θέλω να κάνω μία ανάγνωση αυτού του τροπαρίου, το οποίο είναι παρόν σε διάφορες ανατολικές θείες λειτουργίες, πάντοτε κατά τη στιγμή της εισόδου με το Ευαγγέλιο, συνδεόμενης με την είσοδο στην εκκλησία, ή τουλάχιστον με την αρχή της θείας λειτουργίας: στην αρμένικη θεία λειτουργία, στη συριακή δυτική θεία λειτουργία, στην ελληνική θεία λειτουργία του Αγίου Ιακώβου.

Τι γνωρίζουμε για το τροπάριο «Ο Μονογενής;»

Μερικοί μελετητές της θείας λειτουργίας αποδίδουν το κείμενο στο Σεβήρο, πατριάρχη της Αντιόχειας από το πεντακόσια δώδεκα, ως το πεντακόσια δέκα οκτώ, και θανόντα στα πεντακόσια τριάντα οκτώ. Αυτός ο πατριάρχης δεν αναγνώριζε την Σύνοδο της Χαλκηδόνας, του τετρακόσια πενήντα. Άλλοι μελετητές αποδίδουν το τροπάριο στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος πέθανε το πεντακόσια εξήντα πέντε, και αναγνώριζε ολοκληρωτικά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Επομένως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κείμενο αρχαίο και σεβαστό, αλλά δεν γνωρίζουμε αν ήταν χαλκηδονικό ή αντιχαλκηδονικό.

Με το τροπάριο «Ο Μονογενής» βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα κείμενο πολύ βαθύ και πλήρες σε δογματικό επίπεδο, το οποίο ταιριάζει τόσο στη βυζαντινή παράδοση, ( επομένως στην χαλκηδονική παράδοση) όσο και στη συριακή δυτική παράδοση, ( επομένως στην αντιχαλκηδονική παράδοση).

Πρόκειται  για ένα τροπάριο που αποτελεί μία σύνοψη της χριστιανικής πίστεως.

«Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού»

Είναι μία έκφραση η οποία υπογραμμίζει την αιωνιότητα του Λόγου του Θεού, του Υιού, «γεννηθέντα ού ποιηθέντα», όπως ομολογούμε στο «Πιστεύω» Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως».

Στην πρώτη φράση του τροπαρίου «Ο Μονογενής» βρίσκουμε ήδη την Σύνοδο της Νίκαιας, του τριακόσια είκοσι πέντε.

«αθάνατος υπάρχων καί καταδεξάμενος διά τήν ημετέραν σωτηρίαν σαρκωθήναι εκ τής Αγίας Θεοτόκου καί αειπαρθένου Μαρίας,»

Υπογραμμίζουμε την προηγούμενη φράση «Υιός και Λόγος του Θεού» με τη λέξη «αθάνατος» δηλαδή δηλώνουμε την αιωνιότητα του Υιού με την αιωνιότητα του Πατέρα.

«..καί καταδεξάμενος διά τήν ημετέραν σωτηρίαν..» Για τη σωτηρία μας, από αγάπη για μας, την απέραντη αγάπη του Θεού, ο οποίος δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό από το να μας σώσει όπως ψέλνουν ο Εφραίμ του Νίσιμπι και ο Ρωμανός ο Μελωδός, στους χριστουγεννιάτικους ύμνους τους.

«..σαρκωθήναι εκ τής Αγίας Θεοτόκου καί αειπαρθένου Μαρίας,..» Βρίσκουμε εδώ το θέμα της παρθενίας της Μητέρας του Θεού, επομένως και το θέμα της παρθενικής ενσαρκώσεως του Λόγου του Θεού. Και η φράση αυτή μας οδηγεί στη Σύνοδο της Εφέσου, το έτος τετρακόσια τριάντα ένα. Ο Οριγένης ήδη από τον τρίτο αιώνα χρησιμοποιεί τον χριστολογικό τίτλο «Θεοτόκος» και ο χριστολογικός αυτός τίτλος βρίσκεται σε ένα παλαιότερο τροπάριο της βυζαντινής παραδόσεως, το οποίο ψέλνουμε κατά την Τεσσαρακοστή:«Υπό τήν σήν εὐσπλαχνίαν καταφεύγομεν Θεοτόκε.
Τάς ἡμῶν ἱκεσίας μή παρίδης ἐν περιστάσει, ἀλλ’ ἐκ κινδύνων λύτρωσε ἡμᾶς, μόνη ἁγνή, μόνη εὐλογημένη»

Είναι ένα διαφορετικό τροπάριο το οποίο η λατινική παράδοση διατηρεί σχεδόν ακέραιο στο μαριανό αντίφωνο «subtuumpraesidium». Θυμηθείτε όλους τους χριστολογικούς τίτλους, τους οποίους η βυζαντινή παράδοση αποδίδει στη Μητέρα του Θεού: κιβωτός, αρτοφόριο, ναός, θάλαμος, σκηνή, στάμνα, λαμπάδα, πύλη, αμνάδα.

«Ατρέπτως ενανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστέ ο Θεός, θανάτω θανάτον πατήσας».

Βρισκόμαστε μπροστά σε μία φράση η οποία μας οδηγεί στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, το έτος τετρακόσια πενήντα ένα. Ο Λόγος το Θεού έγινε ένας από εμάς. Επομένως επιστρέφουμε στο επίκεντρο σημείο της Ενσαρκώσεως του Λόγου του Θεού. Και επειδή ενσαρκώθηκε, εμείς είμαστε Εκκλησία, ζούμε ως Εκκλησία, τελούμε τα ιερά μυστήρια, τελούμε την αγάπη. Εσύ ο οποίος χωρίς να αλλάξεις, έγινες άνθρωπος… Ο Θεός ήρθε ανάμεσά μας: κηρύττουμε τον Εμμανουήλ ως Θεό και ως άνθρωπο. Η κοπτική παράδοση όταν μεταδίδει τη θεία κοινωνία, λέει στον κάθε πιστό: Αυτό είναι αληθινά το σώμα (το αίμα) του Εμμανουήλ του Θεού μας. Επιπλέον με την τελευταία φράση βρίσκουμε το μυστήριο του πάθους, του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου: « σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας, εἷς ὢν τῆς ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς». Το συμπέρασμα του τροπαρίου είναι αναφορά στην Αγία Τριάδα. Αυτός που ενσαρκώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από την Παρθένο Μαρία, είναι ένας της Αγίας Τριάδας και αυτή είναι η πίστη μας: «…συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι…», μία έκφραση η οποία μας οδηγεί στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το έτος τριακόσια ογδόντα ένα.

Θέλησα να ασχοληθώ περισσότερο με αυτό το τροπάριο «Ο Μονογενής», γιατί είναι τροπάριο που ψέλνεται σε κάθε τέλεση της θείας λειτουργίας και το οποίο όλοι γνωρίζουμε στη μνήμη μας. Είναι ωραίο να γνωρίζουμε κείμενα στη μνήμη μας, αλλά υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος της ρουτίνας, ή της ψυχρής απαγγελίας χωρίς να δίνουμε μεγάλη προσοχή χωρίς να γευόμαστε το βαθύτερο νόημα. Το τροπάριο αυτό μας κάνει να βλέπουμε τον στενό και αδιάλυτο σύνδεσμο, ο οποίος υπάρχει στη βυζαντινή θεία λειτουργία (όπως και στις άλλες χριστιανικές λειτουργίες της Ανατολής και της Δύσης), τον σύνδεσμο μεταξύ της θεολογίας, της θείας λειτουργίας και της πνευματικότητας. Η θεία λειτουργία είναι ο χώρος όπου ομολογείται η πίστη μας, όπου επιτελείται η πίστης μας, όπου ζούμε την πίστη μας. Το τροπάριο «Ο Μονογενής» είναι ένα κείμενο το οποίο συνοψίζει την ομολογία της πίστεως μας, που αναβλύζει από τις τέσσερις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους: της Νίκαιας το τριακόσια είκοσι πέντε, της Κωνσταντινουπόλεως το τριακόσια ογδόντα ένα, και της Χαλκηδόνας το τετρακόσια πενήντα ένα. Το τροπάριο είναι μία αληθινή και ακριβής ομολογία πίστεως: ομολογία της τριαδικής πίστεως, η αιώνια ύπαρξη του Υιού με τον Πατέρα, η ενσάρκωση του Λόγου του Θεού από το Άγιο Πνεύμα και από την Παρθένο Μαρία, το τίμιο πάθος, ο θάνατος και η Ανάσταση του ενσαρκωμένου Λόγου του Θεού η θεϊκή μητρότητα της Αειπάρθενου Μαρίας.

Είσοδος με το Ευαγγελιάριο τροπάρια και Τρισάγιον

Στην πρώτη από τις κατηχητικές αυτές συναντήσεις μας σας πρότεινα να ονομάζουμε την είσοδο με το Ευαγγελιάριο όχι «μικρή είσοδο» αλλά είσοδο με το Ευαγγελιάριο. Όπως υποστήριζα τότε, πρόκειται για μία λιτανεία με το Ευαγγελιάριο, από το ιερό βήμα ως το ιερό βήμα και είναι η ίδια διαδρομή η οποία θα γίνει λίγο αργότερα, στην είσοδο με τα Προετοιμασμένα Δώρα του άρτου και του οίνου. Το βιβλίο των Ευαγγελίων το οποίο αναπαύεται (κάποιος έλεγε ότι το βιβλίο αυτό κοιμάται», είναι τοποθετημένο στον τάφο (Αγία Τράπεζα), μεταφέρεται σε λιτανεία, και γίνεται Λόγος Ζωής για όλους όσοι το ακούμε.

Τροπάρια

Με τη λέξη αυτή εννοώ το ψάλσιμο των απολυτίκιων της ημέρας, ή της τελούμενης γιορτής, του Αγίου στον οποίο η Εκκλησία είναι αφιερωμένη και τελικά του κοντακίου της ημέρας ή της τελούμενης γιορτής.

Τρισάγιον

Πριν από το Τρισάγιον ο Επίσκοπος ή ο ιερέας λέει μία ευχή η οποία ονομάζεται ακριβώς «ευχή του Τρισάγιου».

«Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, ὁ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφεὶμ ἀνυμνούμενος καὶ ὑπὸ τῶν χερουβεὶμ δοξολογούμενος καὶ ὑπὸ πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος· ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ὁ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν καὶ μὴ παρορῶν ἁμαρτάνοντα· ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ στῆναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου καὶ τὴν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν καὶ δοξολογίαν προσάγειν· αὐτός, Δέσποτα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ στόματος ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν Τρισάγιον Ὕμνον καὶ ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου· συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον· ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν· πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν ἀπ᾿ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων».

Η ευχή αρχίζει δηλώνοντας την αγιότητα του Θεού, ο οποίος αναπαύεται στους αγίους του: «Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος». Η ευχή συνεχίζει με μία σειρά θεϊκών τίτλων, οι οποίοι με τη σειρά τους περιγράφουν την προσκύνηση των αγγέλων στον ουρανό: αίνος δοξολογία και προσκύνηση. Κατά κάποιο τρόπο η ευχή υπογραμμίζει το δώρο του Θεού, ο οποίος επιτρέπει στους αμαρτωλούς ανθρώπους, να συμμετέχουν στον αίνο των αγγέλων διαμέσου του Τρισάγιου ύμνου. Το τελευταίο μέρος της ευχής εισάγει το θέμα της ευσπλαχνίας του Θεού προς τον αμαρτωλό.

Το κείμενο του τρισάγιου είναι:«Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς», το οποίο επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Είναι ένα κείμενο το οποίο ψέλνεται σε κάθε τέλεση της Θείας Λειτουργίας εκτός από μερικές μέρες του χρόνου: το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, ημέρες κατά τις οποίες ψέλνονται άλλα κείμενα. Πρόκειται για ένα κείμενο σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος είναι μία εκφώνηση: «, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος», το δεύτερο μέρος είναι μία προσευχή: «ἐλέησον ἡμᾶς».Το πρώτο μέρος δεν είναι μία ηχητική, αλλά μία ονομαστική: «Άγιος είναι ο Θεός». Διαφορετικά αν ήταν κλητική δεν θα έλεγε «Άγιος» αλλά  «Άγιε». Είναι μία έκφραση όμοια με το «Θεός Κύριος», που ψέλνουμε στον όρθρο.

Ποια είναι η προέλευση του Τρισάγιου; Μία μαρτυρία γι’ αυτό που βρίσκουμε στην Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, όπου οι Ανατολικοί Επίσκοποι το έψαλαν ως πρωταρχική εκφώνηση. Ασφαλώς το Τρισάγιον είναι παλαιότερο γιατί οι Πατέρες της Συνόδου δεν θα μπορούσαν να το ψάλλουν, αν δε τον γνώριζαν ήδη. Πρόκειται για ένα κείμενο από τον Προφήτη Ησαΐα Ησ.6,  έναν ύμνο προς τον Τριάγιο Θεό, με προσθήκη από το κείμενο του ψαλμού 41: «Ο Θεός είναι Δυνατός είναι Ζών».

Ακόμα μία ερώτηση για το Τρισάγιο. Είναι ένας ύμνος τριαδικός ή χριστολογικός; Οι  Εκκλησίες της δυτικής συριακής παραδόσεως επομένως οι αντιχαλκηδονικές Εκκλησίες, στο Τρισάγιον προσθέτουν τη φράση «ο σταυρωθής δι’ ημάς», η οποία φράση δίνει στο κείμενο καθαρά χριστολογικό χαρακτήρα. Αντίθετα οι βυζαντινές Εκκλησίες αποδίδουν στο Τρισάγιον ένα τριαδικό νόημα. Ως παράδειγμα δίνω ένα τροπάριο του εσπερινού της Πεντηκοστής:

«Δεῦτε λαοί, τὴν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν, Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι· Πατὴρ γὰρ ἀχρόνως ἐγέννησεν Υἱόν, συναΐδιον καὶ σύνθρονον, καὶ Πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐν τῷ Πατρί, σὺν Υἱῷ δοξαζόμενον, μία δύναμις, μία οὐσία, μία Θεότης, ἣν προσκυνοῦντες πάντες λέγομεν· Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἅγιος ἰσχυρός, δι’ οὗ τὸν Πατέρα ἐγνώκαμεν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ, Ἅγιος ἀθάνατος, τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι».

Για σήμερα σταματώ στο Τρισάγιο. Η παρουσίαση της Λειτουργίας των Κατηχούμενων συνεχίζει με τα αναγνώσματα του Αποστόλου και του Ευαγγελίου. Αλλά για σήμερα σταματώ εδώ, γιατί ο κύκλος των βιβλικών αναγνωσμάτων στη βυζαντινή παράδοση αξίζει μία ιδιαίτερη και ανεξάρτητη παρουσίαση, την οποία θα κάνω κατά την προσεχή κατηχητική μας συνάντηση.

Ωστόσο μονάχα ως μικρή εισαγωγή στην  προσεχή κατηχητική μας συνάντηση υπογραμμίζω ότι η βυζαντινή παράδοση στη Θεία Λειτουργία διαβάζει τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. Με τον όρο «Απόστολο» εννοούμε όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης: τις Πράξεις των Αποστόλων, τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τις Καθολικές Επιστολές (του Αγίου Πέτρου, του Αγίου Ιωάννου, του Αγίου Ιούδα, την προς Εβραίους Επιστολή), αλλά δεν διαβάζει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο θεωρείται χωρίς αμφιβολία ως «κανονικό βιβλίο» της Καινής Διαθήκης αλλά το οποίο δεν μπήκε στο βυζαντινό αναγνωσματάριο. Με τον όρο «Ευαγγέλιο» εννοούμε τις περικοπές από τα τέσσερα «κανονικά» Ευαγγέλια: κατά Ματθαίον, κατά Μάρκον, κατά Λουκάν, και κατά Ιωάννην.

Κατά την προσεχή κατηχητική μας συνάντηση, αν θέλει ο Θεός, θα επιδοθώ να σας αναλύσω λίγο το βυζαντινό αναγνωσματάριο. Μία ακόμα ερώτηση: Τι γίνεται με την Παλαιά Διαθήκη; Θα απαντήσω  στην προσεχή μας συνάντηση, αλλά τώρα σας λέω μονάχα ότι η Παλαιά Διαθήκη στη βυζαντινή παράδοση διαβάζεται στον εσπερινό των μεγάλων γιορτών, με «διαλεγμένα» αναγνώσματα. Διαβάζεται επίσης κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή με «συνεχή ανάγνωση», παραδείγματος χάρη διαβάζεται όλο το βιβλίο της Γενέσεως και όλο το βιβλίο των Παροιμιών.

Το γιατί αυτών των επιλογών, και αυτού του κύκλου των αναγνωσμάτων της Αγίας Γραφής θα το δούμε, αν θέλει ο Θεός, κατά την προσεχή κατηχητική μας συνάντηση.

+ Ο ΚΑΡΚΑΒΙΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Αποστολικός Έξαρχος