Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Εορτάζουμε εκείνη η οποία είναι ο θρόνος του Βασιλέα

 

Όλες οι θείες λατρείες των χριστιανικών Εκκλησιών έχουν ένα πολύ καθαρό κατηχητικό και μυσταγωγικό νόημα. Και αυτό το βλέπουμε καθαρά υπογραμμισμένο στις θείες λατρείες της χριστιανικής ανατολής: η θεία λατρεία είναι ένας διδάσκαλος στη πίστη των πιστών και είναι ποτισμένη από στοιχεία τα οποία μας εκπαιδεύουν στις αλήθειες της πίστεως. Αυτή τη μυσταγωγία, αυτήν την κατήχηση διαμέσου της θείας λατρείας τη βρίσκουμε με ιδιαίτερο τρόπο στις ιεροτελεστίες προς τιμή της Μητέρας του Θεού, Εκείνης η οποία υποδέχθηκε στα σπλάχνα της τον αιώνιο Λόγο του. Η παρουσία της Μητέρας του Θεού κάνει να λάμπουν τις διάφορες στιγμές του λειτουργικού έτους των Εκκλησιών βυζαντινής παραδόσεως: η πρώτη μεγάλη γιορτή του λειτουργικού κύκλου είναι η γιορτή της 8ηςΣεπτεμβρίου δηλαδή το Γενέθλιο της Θεοτόκου, και κλείνει με τη γιορτή της 15ηςΑυγούστου, την Κοίμηση της Θεοτόκου.

Όλο το μυστήριο του Χριστού, το οποίο γιορτάζουμε μέσα στο λειτουργικό έτος. Αρχίζει με τη γέννηση της Μαρίας, και καταλήγει με την μετάστασή της, με την πλήρη δοξολόγησή της. Η χριστιανική Ανατολή από μίας αρχής θεώρησε πάντοτε την Μαρία αδιαχώριστη από το μυστήριο του ενσαρκωμένου Λόγου. Οι Εκκλησίες της Ανατολής στρεφόμενες προς τη Μητέρα του Θεού, ξέρουν ότι στρέφονται προς εκείνη η οποία μεσιτεύει προς τον Υιό της. Η γιορτή της 15ηςΑυγούστου, η οποία στα βυζαντινά λειτουργικά βιβλία φέρνει τον τίτλο της «Κοιμήσεως» της Θεοτόκου, γιορτάζει τη μετάβασή της και την πλήρη δοξολόγησή της μέσα στο ίδιο το πασχαλινό μυστήριο του Χριστού: αυτή αποτελεί μία από τις πιο λαοφιλέστερες γιορτές όλων των πιστών. Πραγματικά, η γιορτή προετοιμάζεται από τη λεγόμενη «μικρή Τεσσαρακοστή της Θεοτόκου», η οποία είναι μία περίοδος προσευχής και νηστείας, που αρχίζει  από την πρώτη Αυγούστου: κατά τις δύο αυτές εβδομάδες το βράδυ  τελείται η ακολουθία της Παρακλήσεως (μία ελληνική λέξη που σημαίνει «ικεσία», «επίκληση», «παρηγοριά»), και είναι μία ακολουθία την οποία αγαπούν και στην οποία συμμετέχουν πολύ οι πιστοί.

Η παλαιότερη σύνταξη της Παρακλήσεως ανέρχεται στον ένατο αιώνα, η σύνθεσή της μοιάζει με τη σύνθεση του όρθρου: αρχίζει με την ευλογία και τις αρχικές προσευχές συνεχίζει με την απαγγελία των δύο ψαλμών (142 και 50) και προχωρεί ψάλλοντας τις εννιά ωδές της Παρακλήσεως. Το κάθε τροπάριο των ωδών αρχίζει με τον στίχο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», δηλαδή,  ω Μαρία , γεννώντας το Λόγο του Θεού, διαμέσου Αυτού, φέρε μας τη σωτηρία. Μετά από την έκτη ωδή, ψέλνεται το Ευαγγέλιο, η περικοπής της επισκέψεως της Μαρίας στην Αγία Ελισάβετ. Μετά από την Τρίτη και την έκτη ωδή, και στο τέλος της ακολουθίας, ο ιερέας ψέλνει διάφορες αιτήσεις στις οποίες γίνεται αναφορά για όλη την Εκκλησία, προπάντων εκείνων για τους οποίους προσευχόμαστε ιδιαίτερα.

Το κείμενο των ωδών είναι μία σύνθεση επικλήσεων προς την Μητέρα του Θεού και προς Εκείνον τον οποίο Αυτή γέννησε, τον Ιησού Χριστό. Όλο το κείμενο είναι εμποτισμένο από τη διαβεβαίωση της ενσαρκώσεως του Λόγου, από τη θεία μητρότητα της Μαρίας, επομένως και από τη δυνατή μεσιτεία της: «Σε ικετεύω, Παρθένε, διέλυσε τη ταραχή της ψυχής μου… Πραγματικά,  εσύ ω Θεόνυμφε, γέννησες τον Χριστό, τον δημιουργό της γαλήνης εσύ η μόνη πανάσπιλη».

Οι τίτλοι με τους οποίους επικαλούμαστε την Αειπάρθενο Μαρία συνδέονται πάντοτε με την θεία μητρότητα της: «Θεοτόκε» «Μητέρα του Θεού», «Αειπάρθενε», «Μητέρα του Ενσαρκωμένου Λόγου», «Θεία Μητέρα», ή επίσης άλλοι τίτλοι οφειλόμενοι στον ρόλο της, στη θέση της, στο μυστήριο της λυτρώσεως: «Δυνατή μεσίτρια, οχύρωμα απόρθητο, δικηγόρος θερμή, πηγή ευσπλαχνίας, χαράς αιτία, πηγή αφθαρσίας, πύργε ασφαλείας. Η στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Μαρίας υπογραμμίζεται σε διάφορες στροφές με τον σύνδεσμο, μεταξύ του δώρου, της χάριτος που έγινε από την Μαρία και την πηγή από την οποία το δώρο αναβλύζει, δηλαδή τον ίδιο τον Χριστό: «δώσε την ειρήνη στην ψυχή μου, ω Παρθένε, με την γαλήνια ειρήνη του Υιού σου, και Θεού θεράπευσέ με, ω Μητέρα του Θεού εσύ η οποία είσαι καλή και γέννησες τον Καλό». Και σε μία από τις στροφές της τρίτης ωδής βρίσκουμε ένα ολόκληρο παιχνίδι με τις λέξεις: ευεργέτης, καλό ευεργέτημα: η Μαρία γεννώντας τον Ευεργέτη εξασφαλίζει το ευεργέτημα για όλους όσοι εμπιστεύονται σ’ αυτήν:

«Ευεργέτην τεκούσα, τόν των καλών αίτιον, τής ευεργεσίας τόν πλούτον, πάσιν ανάβλυσον, πάντα γάρ δύνασαι, ώς δυνατόν εν ισχύϊ, τόν Χριστόν κυήσασα, θεομακάριστε».

Πολλές άλλες φορές μέσα στο κείμενο απευθύνουμε στην Μαρία τον τίτλο της «νύμφης του Θεού», τίτλο ο οποίος συνδέεται πάντοτε με Εκείνον που η Μαρία, ως νύμφη και μητέρα γεννά, δηλαδή τον ενσαρκωμένο Λόγο. Αυτή σώζει από τα κύματα των παθών, γιατί γεννά τον «κυβερνήτη» του πλοίου, της ίδιας της Εκκλησίας αυτή είναι η πηγή της ευσπλαχνίας, γιατί γεννά Εκείνον που είναι πολυεύσπλαχνος:

«Tών παθών μου τόν τάραχον, η τόν κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τόν κλύδωνα κατεύνασον των εμών πταισμάτων, θεονύμφευτε. Ευσπλαγχνίας την άβυσσον επικαλουμένω τής σής παράσχου μοι, η τόν εύσπλαγχνον κυήσασα και σωτήρα πάντων των υμνούντων σε».

Η παρθενία της Μαρίας εξυμνείται ως γόνιμη πηγή των δώρων για όσους την επικαλούνται:

«Τους βοηθείας τής παρά σού δεομένους μή παρίδης, παρθένε, υμνούντας και υπερυψούντάς σε, κόρη, εις αιώνας».

Των ιαμάτων τό δαψιλές επιχέεις, τοίς πιστώς υμνούσί σε, παρθένε και υπερυψούσι τόν άφραστόν σου τόκον.

Τάς ασθενείας μου τής ψυχής ιατρεύεις και σαρκός τάς οδύνας, παρθένε, ίνα σέ δοξάζω την κεχαριτωμένην.

Των πειρασμών σύ τάς προσβολάς εκδιώκεις και παθών τάς εφόδους, παρθένε, όθεν σε υμνούμεν εις πάντας τους αιώνας.

Στο συμπέρασμα της ακολουθίας βρίσκουμε ένα τελευταίο τροπάριο το οποίο συνδέει την Παράκληση με τη γιορτή της Κοιμήσεως στις 15 Αυγούστου:

Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα.

Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.

Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει.

Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ Βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην.

+ Ο ΚΑΡΚΑΒΙΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Αποστολικός Έξαρχος