Η Πορεία των δύο Αδελφών Εκκλησιών

Η Πορεία των δύο Αδελφών Εκκλησιών

Το πρωί του Σαββάτου της 16ης  Ιουλίου 1054, λίγο πριν να αρχίσει η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλης, ο απεσταλμένος του Πάπα Λέοντος 9ου, Καρδινάλιος Ουμβέρτος Ντι Σιλβακάντιντα, εισήλθε στο Ιερό Βήμα και απέθεσε στην Αγία Τράπεζα την παπική Βούλα αφορισμού για τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο. Με την σειρά της, η  Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, τέσσερεις ημέρες αργότερα, αναθεμάτισε τον Πάπα Λέοντα 9ο. Τα γεγονότα αυτά καταγράφηκαν στην Ιστορία ως το Μέγα Σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία. Το Σχίσμα αυτό, που διαίρεσε το Χαλκηδόνιο Χριστιανισμό σε Δυτικό Καθολικισμό και Ανατολική Ορθοδοξία, στην πραγματικότητα ήταν το αποτέλεσμα παρατεταμένης σε χρόνο αποξένωσης μεταξύ των δύο εκκλησιών. Πράγματι, οι από αρκετό καιρό βαθιές δυσαρέσκειες και οι ολοένα και περισσότερο τεταμένες μεταξύ τους σχέσεις, έγιναν αιτία της σταδιακής αποστασιοποίησης τους. Αφορμές της διαμάχης ήταν θεολογικές διαφοροποιήσεις και λειτουργικά ζητήματα, αλλά οι αιτίες αφορούσαν και θέματα πολιτικής δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, οι χριστιανοί της Ανατολής καταδίκαζαν τους χριστιανούς της Δύσεως, επειδή είχαν αλλοιώσει την Έκθεση των 150 Πατέρων της Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως, προσθέτοντας, δίχως την έγκριση της καθ’ όλου Εκκλησίας, την λέξη «Filioque» – που εννοεί βέβαια την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα, αλλά «και από τον Υιό». Έτσι όμως, κατά την απαγγελία του «Πιστεύω», προχωρούσαν σε τροποποίηση της διατυπώσεως του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Άλλη αφορμή διαμάχης απετέλεσε η χρήση από τους Λατίνους του άζυμου άρτου για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, ενώ στην Ανατολική Εκκλησία χρησιμοποιείτο ο ένζυμος άρτος. Πάντως, στα μάτια των ανθρώπων της εποχής εκείνης, ο αμοιβαίος αφορισμός αρχικά δεν φαινόταν ως ανεπανόρθωτο γεγονός. Όμως, στην πορεία των επομένων αιώνων, οι προσπάθειες για την επανένωση των δύο Εκκλησιών αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές.

Οι Πράξεις Ενώσεως που υπογράφτηκαν κατά τις Συνόδους της Λυώνος (1274) και της Φεράρας-Φλωρεντίας (1439), δυστυχώς έμειναν μόνο τυπικά έγγραφα, τα οποία δεν οδήγησαν στην ομόνοια και τη συμφιλίωση των δύο Εκκλησιών. Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, με την ιστορική συνάντηση και τον αδελφικό εναγκαλισμό των δύο μεγάλων Αρχιερέων, του Πάπα Ρώμης Παύλου 6ου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρα στους Αγίους Τόπους, καθώς και με την άρση των αφορισμών (7 Δεκεμβρίου 1965) στους οποίους οι δύο Εκκλησίες είχαν προχωρήσει εκείνο το μακρινό και ολέθριο 1054, ξεκίνησε νέος διάλογος Αγάπης.

Πραγματικά η αναζήτηση της ενότητας των εκκλησιών είναι για όλους τους χριστιανούς μια επιθυμία που πρέπει να διατηρούμε ζωντανή και μια προσευχή που πρέπει να συντηρούμε αδιάκοπη. Η αυτή αναζήτηση έχει το βλέμμα προσηλωμένο στο Χριστό, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για να γίνει «μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ιω. 10,16). Την παραμονή του Πάθους του και του θανάτου του, ο ίδιος προσευχήθηκε «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιω. 17,21). Είναι πολύ σημαντικό το ότι ο Χριστός δεν εξέφρασε την επιθυμία του για την ενότητα των μαθητών του ούτε με μια διδασκαλία ούτε με μια εντολή προς τους μαθητές του, αλλά με μια προσευχή στον Πατέρα. Η ενότητα είναι, λοιπόν, Ουράνιο δώρο, που έχει αρχή και μεγαλώνει σε κοινωνία αγάπης με τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Η προσευχή και η κάθε αληθινή και ειλικρινής προσπάθεια των χριστιανών για την ενότητα είναι μια ταπεινή και πιστή συμμετοχή στην προσευχή του ιδίου του Χριστού, ο οποίος υποσχέθηκε ότι κάθε προσευχή εις το όνομά Του, θα ικανοποιηθεί από τον Πατέρα (Ιω. 15,7).