ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ – ΜΑΙΟΣ 2018

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ – ΜΑΙΟΣ 2018

Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας

 

Ο τίτλος που σας προτείνω στην ποιμαντική μου αυτή επιστολή: «Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας», γεννιέται από το ξαναδιάβασμα διαφόρων κειμένων των Πατέρων της Εκκλησίας (Αθανασίου, Εφραίμ, Ιωάννου του Χρυσοστόμου), όπου μας προτείνεται η μορφή του επισκόπου, του ιερέα (παίρνω το θάρρος να προεκτείνω τον κατάλογο σε όλους τους χριστιανούς), ως ανθρώπων εκκλησιαστικής κοινωνίας, ως ανθρώπων οι οποίοι, μέσα στην Εκκλησία, ξέρουν να δημιουργούν από δώρο και χάρη του ίδιου του Κυρίου, την κοινωνία μέσα στο Σώμα του Χριστού, το οποίο έχει ανατεθεί σ’αυτούς. Μιλώντας για τους Πατέρες, ας θυμηθούμε ότι μέσα στις Εκκλησίες τους ήταν ποιμένες, ιερείς και επίσκοποι (ο Εφραίμ ήταν διάκονος!) υπήρξαν πάντοτε και προσπάθησαν πάντοτε να δημιουργήσουν, όχι μόνο γύρω τους, αλλά και προπάντων στο πνευματικό  ποίμνιο που είναι εμπιστευμένο σ’ αυτούς, την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, την αγάπη εκείνη η οποία αναβλύζει από πού; Από το Ευαγγέλιο του Κυρίου.

Δυο χρόνια μετά την επισκοπική μου χειροτονία, στις 15 Απριλίου 2016 και της ενθρόνισής μου στην Αθήνα και το ξεκίνημα της επισκοπικής μου διακονίας στην Ελλάδα, στις 14 Μάιου του ίδιους έτους επιθυμώ όπως πέρυσι, να γράψω μερικές σκέψεις και να τις αφιερώσω στους ιερείς μας και στους πιστούς μας, ενώ πλησιάζουμε στην εορτή της Εξαρχίας μας και του καθεδρικού μας ναού, στην Κυριακή της Πεντηκοστής και στη Δευτέρα της Παναγίας Τριάδος, οι οποίες εφέτος συμπίπτουν στις 27 και στις 28 Μαΐου.

Προτείνω λοιπόν στον στοχασμό σας, να δούμε και να ζήσουμε τη χριστιανική μας ταυτότητα, και με ιδιαίτερο τρόπο την ιερατική μας και την επισκοπική μου ταυτότητα, ως άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, δηλαδή καλεσμένοι να γίνουμε όλο και περισσότερο στην ταυτότητά μας, στη δράση μας, στην ομιλία μας, άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, άνθρωποι οι οποίοι μέσα στην Εκκλησία δημιουργούν την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, την οποία ο ίδιος ο Κύριος θέλησε να χαρακτηρίζει τους Δώδεκα, και όλους τους μαθητές του, από την πρώτη ώρα. Είναι ένα θέμα, μία άποψη, που μου ερχόταν ακατάπαυστα στη σκέψη, κατά την ανάγνωση του πρώτου από τα δώδεκα Ευαγγέλια, στο όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής, στην μακρά και ωραία ιεροτελεστία, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Είναι μία πολύ μεγάλη ευαγγελική περικοπή, την οποία δεν την λησμονούμε, και η οποία αρχίζει με το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών από τον Κύριό τους. Στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη ευαγγελίου: «Ο Ιησούς βάζει νερό στη λεκάνη και αρχίζει να πλένει τα πόδια των μαθητών. Πλένει τα πόδια των μαθητών, και τα σκουπίζει με την πετσέτα που είχε ζωστεί». (Ιω.13, 5) και τελειώνει με την προσευχή την οποία ο Κύριος υψώνει προς τον Πατέρα του, στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο του ίδιου ευαγγελίου: «….ώστε να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα και εγώ μ’ εσένα. Να είναι και αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς, και έτσι ο κόσμος να πιστέψει ότι μ’ έστειλες εσύ…»  (Ιω.17, 21) Ο Κύριος γίνεται μικρός στα πόδια των μαθητών του, ώστε αυτοί, όλοι εμείς, δηλαδή να δούμε ότι στην εξυπηρέτηση των άλλων, ακόμα και την πιο ταπεινή γεννιέται η αδελφική κοινωνία μεταξύ μας.

 «Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας». Ο Κύριος στου Μακαρισμούς του αναγγέλλει: «Μακάριοι όσοι δημιουργούν την ειρήνη…» (Ματθ.5, 9). Ξεκινώντας από αυτήν τη φράση του Ευαγγελίου, θα έλεγα ότι ο ίδιος ο Κύριος ζητά, από εμάς, ιδιαίτερα από εμάς τους ιερείς και τον επίσκοπο, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία «δημιουργοί ειρήνης», και προπάντων «δημιουργοί και εργάτες αυτής της εκκλησιαστικής κοινωνίας». Το κείμενο των Μακαρισμών λέει «μακάριοι οι ειρηνοποιοί», παραφράζοντας αυτήν τη φράση, προσθέτω: μακάριοι οι κοινωνιοποιοί». Επομένως όλοι εμείς αναρωτιόμαστε γιατί πρέπει να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας; Τι θέλει να πει η έκφραση «να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας;» Δεν είναι μία ερώτηση αφηρημένη, αντίθετα μου φαίνεται πολύ συγκεκριμένη. Και η απάντηση είναι και αυτή πολύ συγκεκριμένη. Γιατί ζούμε σε μία Εκκλησία, την Αποστολικής μας Εξαρχία, μία Εκκλησία την οποία όλοι εμείς, επίσκοπος, ιερείς και πιστοί, καλούμαστε να αγαπούμε σαν νύφη μας.

Ας θυμηθούμε πως κατά τις πρώτες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας δοξάσαμε τον Χριστό ως Νυμφίο της Εκκλησίας. Ο Χριστός  είναι ο Νυμφίος, η Εκκλησία είναι η Νύφη. Πρόκειται για ένα συζυγικό δεσμό, του οποίου οι γάμοι τελούνται πότε; Στα πόδια του τίμιου σταυρού.

 «Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι, εκκλησιαστικής κοινωνίας». Ό Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στον Διάλογό του «περί ιεροσύνης», μιλά πολλές φορές για τον συζυγικό σύνδεσμο του επισκόπου και των ιερέων (και εγώ τολμώ να προσθέσω «και των πιστών»), με την Εκκλησία τους. Να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας σημαίνει πάνω απ’ όλα «να αγαπάμε την Εκκλησία» Να αγαπάμε την Εκκλησία σαν νύφη, όπως ο ίδιος ο Χριστός την αγάπησε και την αγαπά. Το πρότυπο της αγάπης  είναι πάντοτε και αποκλειστικά ο Χριστός.

Πρέπει να αγαπούμε την Εκκλησία σε τρία επίπεδα ή κάτω από τρείς θεμελιώδεις απόψεις: στην ιστορία της, στους αγίους της, και στη συνέχεια στον επίσκοπό της, στους ιερείς της, στους πιστούς της, δηλαδή σε όλο το λαό του Θεού, όλους εμάς που αποτελούμε την Εκκλησία.

Να αγαπούμε την Εκκλησία στην ιστορία της: στα γεγονότα εκείνα τα οποία χαρακτήρισαν και χαρακτηρίζουν την ιστορία μας, από την αρχή της Εξαρχίας μας. Πρόκειται για μία ιστορία ίσως πονεμένη, όχι εύκολη, ίσως μερικές φορές παρεξηγημένη, χωρίς κατανόηση, αλλά μία ιστορία που είναι η δικιά μας ιστορία, ως καθολική κοινότητα βυζαντινής παραδόσεως στην Ελλάδα. Να αγαπάμε την ιστορία μας και προπάντων ποτέ να μην την αρνούμαστε αλλά να την αναγνωρίζουμε ως πραγματικά δικιά μας. Οφείλουμε να είμαστε περήφανοι γι αυτήν γιατί είναι ιστορία χαρακτηρισμένη και οδηγημένη από την αγάπη και από τη συγνώμη του Κυρίου. Θα είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας αν αγαπάμε, την ιστορία μας, αυτό που υπήρξαμε και αυτό που είμαστε.

Να αγαπάμε την Εκκλησία στους αγίους της. «Αινείτε τον Θεό στους αγίους του…» ψέλνουμε κάθε μέρα, στον ψαλμό 150. Να αγαπάμε όλα τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία στο πέρασμα της ιστορίας μας, κατά τη διάρκεια σχεδόν εκατό χρόνων προσευχήθηκαν, αγιάσθηκαν χάρη στα ιερά μυστήρια και στην αγάπη της Εκκλησίας μας. Ήταν άγιοι οι οποίοι «έκαναν» την Εξαρχία μας. Έπειτα να αγαπάμε όλα εκείνα τα πρόσωπα (τον επίσκοπο, τους ιερείς και τους πιστούς, Έλληνες, Ουκρανούς, Χαλδαίους, Ρουμάνους…) τα οποία συνεχίζουν να αγιάζονται, και προσπαθούν να είναι και να ζουν ως χριστιανοί της Εξαρχίας μας.

Να αγαπάμε τον Επίσκοπο, τους ιερείς, τον λαό. Τον Επίσκοπο στο πρόσωπο εκείνων που προηγήθηκαν (δεν πρέπει ποτέ να αρνούμαστε την ιστορία μας), και στο πρόσωπο εκείνων οι οποίοι στη ζωή του καθενός μας, ο Κύριος κάλεσε στην ποιμαντική αυτή διακονία. Να αγαπάμε τους ιερείς για τη γενναιόδωρη υπηρεσία τους στην Εκκλησία παρά τις αδυναμίες τους, με την ολόθερμη προσφορά τους στην εξυπηρέτηση της Εξαρχίας μας. Να αγαπάμε το λαό του Θεού. Να αγαπάμε και να εξυπηρετούμε τους πιστούς μας, είτε πολλοί είτε λίγοι είναι αυτοί, νέοι ή γέροντες, αδύνατοι, ασθενείς διαφόρων εθνικοτήτων… Πρόκειται πάντα για ένα λαό αγαπημένο από τον Κύριο, και επομένως και εμείς είμαστε καλεσμένοι να τον αγαπάμε. Είμαστε καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, στην εξυπηρέτηση, στη συγνώμη, μέσα στην Εκκλησία μας, μέσα στην Εξαρχία μας. Η δική μας πραγματικότητα, όπως ανέφερα ήδη εθνολογικά είναι καθημερινά περισσότερο διαφορετική, με διάφορες εθνικότητες, γλώσσες, ευαισθησίες, οι οποίες μερικές φορές είναι ή μπορεί να φαίνονται σαν ένας σταυρός αλλά αυτές είναι προπάντων, και έτσι πρέπει να τις βλέπουμε και να τις ζούμε, ένας πλούτος ένα δώρο του Κυρίου. Το γεγονός αυτό ασφαλώς και συχνά θα απαιτήσει από εμάς μία ιδιαίτερη προσπάθεια, για να είμαστε ακριβώς και πάντοτε «δημιουργοί και οικοδόμοι της εκκλησιαστικής κοινωνίας», «μακάριοι οι κοινωνιοποιοί».

Επανερχόμενοι στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, θα μιλήσουμε πάλι για μία συζυγική αγάπη προς τη δική μας Εκκλησία, μία εκκλησία συγκεκριμένη, όχι αφηρημένη, όχι από αέρα αλλά αποτελούμενη από μορφές και πρόσωπα συγκεκριμένα. Να αγαπάμε την Εκκλησία ως Νύφη του Χριστού.

Αυτή η αγάπη για την Εκκλησία από την οποία αναβλύζει ως επακόλουθο το να είμαστε «….άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας…. Κοινωνιοποιοί», έχει το θεμέλιό της σε τρεις βασικές απόψεις: Αυτές οι βασικές απόψεις (σύμφωνα με τη σκέψη του Πάπα Βενέδικτου 16ου, στην οποία αναφέρομαι) είναι: μία αγάπη θεολογική, μία αγάπη μυστηριακή και μία αγάπη αισθηματική προς την Εκκλησία.

Αγάπη θεολογική. Τι εννοούμε με αυτήν την έκφραση;  Πρόκειται για το να αγαπάμε και να υπηρετούμε την Εκκλησία, τη δική μας Εκκλησία, γιατί αυτήν τη θέλει και την αγαπά ο ίδιος ο Κύριος: Εκείνος την ίδρυσε και Εκείνος την ζωοποίησε ανά τους αιώνες. Η Εκκλησία είναι θεϊκή, παρ’ όλον ότι αποτελείται από ανθρώπους η Εκκλησία ζει επίσης μέσα στο δυναμισμό της Ενσαρκώσεως. Αγαπάμε και υπηρετούμε την Εκκλησία, τη μία Εκκλησία, όχι για να γίνει αυτή πιο ζωντανή, πιο ανθηρή, πιο ωραία, ακόμα και πιο πλούσια…. Αλλά γιατί αυτή είναι το Σώμα του Χριστού, ο Χριστός την θέλει και την αγαπά. Αυτός την θέλησε και την θέλει, την αγάπησε και την αγαπά, και γι’ αυτήν προσφέρει κάθε μέρα το Σώμα Του και το Αίμα Του.

Αγάπη μυστηριακή. Επομένως στην προσφορά του Σώματός  Του και του Αίματός Του, και στα άλλα ιερά μυστήρια, ο Κύριος συνεχίζει να προσφέρει την αγάπη του προς όλους μας. Επομένως, αγάπη μυστηριακή προς την Εκκλησία σημαίνει να δεχθούμε κι εμείς και να μεταδώσουμε όλα εκείνα τα μέσα, τα οποία ο Κύριος δίνει στην Εκκλησία Του για τον εξαγιασμό των πιστών: από το βάπτισμα ως τη θεία ευχαριστία, από τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος ως την άφεση των αμαρτιών και την αγάπη.

Αγάπη συναισθηματική. Μία αγάπη συναισθηματική και αποτελεσματική. Μία αγάπη που γίνεται συγκεκριμένη προς τα πρόσωπα, τα οποία είναι μαζί μας καλεσμένα από τον Κύριο, να είναι μέλη του Σώματός Του δηλαδή της Εκκλησίας Του, της συγκεκριμένης δικής μας Εκκλησίας, η οποία είναι ασφαλώς μικρή, με τα μικρά και τα μεγάλα της προβλήματα, αλλά είναι αγαπημένη, θελημένη και αγιασμένη από τον Κύριο. Επομένως πρέπει να είναι και εκ μέρους μας αγαπημένη και δεκτή με ενθουσιασμό.

Στο τέλος του δεύτερου χρόνου της επισκοπικής μου διακονίας στην Ελλάδα, ευγνωμονώ τον Κύριο για την πιστότητά του και την αγάπη του και την ευσπλαχνία του. Και ευχαριστώ όλους σας, ιερείς και πιστούς, γιατί είστε η Εκκλησία την οποία αγαπώ και την οποία προσπαθώ να υπηρετώ. Από αυτόν τον καθεδρικό μας ναό και την ενορία της Παναγίας Τριάδος, μέχρι την ενορία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στα Γιαννιτσά, από την Κηφισιά μέχρι τη Νέα Μάκρη, στην υπηρεσία των ασθενούντων, προσπαθούμε καθημερινά να ζούμε ως Εκκλησία του Χριστού, μέσα στις διάφορες πραγματικότητες της Εξαρχίας μας.

Κατά τον τελευταίο αυτό χρόνο προσπαθήσαμε και προσπαθούμε να ανανεώσουμε μία κατηχητική ζωή, κατά τις Κυριακές μετά τη Θεία Λειτουργία. Είναι μία προσπάθεια ωραία, η οποία με τη χάρη του Κυρίου, αρχίζει να φέρνει καρπούς. Πρόκειται για μία προσπάθεια η οποία ζητά και την ανταπόκριση των πιστών. Ίσως μερικές φορές δεν είναι εύκολο, ούτε άνετο να οδηγήσουμε τα παιδιά στη Θεία Λειτουργία, και έπειτα στην κατήχηση, κατά τις τρεις Κυριακές που έχουν καθοριστεί. Αλλά είναι μία προσπάθεια η οποία, χάρη στον Κύριο και σε όλους εμάς, θα φέρει τους καρπούς της.

Προσπαθήσαμε επίσης σε μηνιαίο επίπεδο να κάνουμε κατηχητικές συναντήσεις-μυσταγωγίες για τους ενήλικες της Εξαρχίας. Ευχή μας είναι οι συναντήσεις αυτές να συγκεντρώνουν όλο και περισσότερους, σε μία πορεία «μόνιμης μορφώσεως» η οποία είναι ωφέλιμη για όλους. Προτρέπω όλους να συμμετέχουν  σ’ αυτές τις συναντήσεις και να παρακολουθούν ολόθερμα τις ζωτικές αυτές εκδηλώσεις της Εξαρχίας, και προπάντων προτρέπω τους πάντες να συμμετέχουν στα Ιερά Μυστήρια της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας και των μεγάλων γιορτών του λειτουργικού έτους.

Όπως ανέφερα πιο πάνω η Εξαρχία είναι μία εκκλησιαστική πραγματικότητα, μία Εκκλησία, με διαφορετικές προελεύσεις και διάφορες εθνικότητες. Εφέτος η Ουκρανική κοινότητα της Εξαρχίας επιτελεί την εικοσαετία τους παρουσίας της στην Ελλάδα, ως κοινότητα μέλος της Εξαρχίας μας. Μία μεγάλη στιγμή αυτού του εορτασμού είναι η επίσκεψη στην Ελλάδα και στην Εξαρχία μας του μείζονος αρχιεπισκόπου του Μακαριοτάτου Σβιατοσλάβ Σκεβτσιούκ, από τις 11 μέχρι 14 Μαΐου. Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος ήταν ένας από τους πρώτους ιερείς, οι οποίοι υπηρέτησαν την ουκρανική κοινότητα της Αποστολικής Εξαρχίας στην Αθήνα.

Η Ουκρανική και η χαλδαϊκή κοινότητα της Εξαρχίας όπως υπέδειξα σε προηγούμενες επιστολές μου, ιδιαίτερα στην επιστολή της 30ης Νοεμβρίου 2017, αποτελούν μέρος της Εξαρχίας, δεν είναι παράλληλες εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά εξαρτώνται από τον Αποστολικό Έξαρχο και οι δεσμεύσεις τους, και τα εκκλησιαστικά και ποιμαντικά τους προγράμματα οργανώνονται πάντοτε με την έγκριση και τη συνεννόηση μαζί μου.

Θέλω να επιμείνω ότι η Εξαρχία μας ως Εκκλησία, ως εκκλησιαστική επαρχία, και ως φυσική έδρα, είναι επίσης η έδρα δραστηριότητας εκκλησιαστικού χαρακτήρα. Δεν είναι τόπος συναντήσεως ή δραστηριότητας κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα οιασδήποτε μορφής. Συνειδητοποιώ τις κοινωνικές και πολιτικές δυσκολίες, που συνδέονται με την Ουκρανία και με το Ιράκ, χώρες προέλευσης της ουκρανικής και της χαλδαϊκής κοινότητας της Εξαρχίας. Οι δραστηριότητες που γίνονται με τους νέους όχι μόνο δεν απαγορεύονται αλλά και ενθαρρύνονται, αλλά αυτές πρέπει να γίνονται κάτω από την επίβλεψη και επαγρύπνηση του χαλδαίου ιερέα και του ουκρανού ιερέα και των μοναζουσών της ουκρανικής κοινότητας, αλλά οι νέοι ποτέ δεν πρέπει να δρουν μόνοι τους ή κάτω από την επίβλεψη και επαγρύπνηση ξένων προσώπων.

Πέρυσι στην επιστολή μου τον Μάιο αναφέρθηκα στις διάφορες όψεις της λατρευτικής ζωής μας, τις οποίες θέλω και πάλι να υπογραμμίσω. Επιμένω και πάλι στο σημείο αυτό, γιατί όλοι μπορούμε να πέσουμε στον ξέχασμα και στην αδιαφορία. Η λατρευτική ζωή οποιασδήποτε χριστιανικής εκκλησίας είτε ανατολικής είτε δυτικής, είναι κάτι το ζωτικό γι’ αυτήν την Εκκλησία. Βλέποντας πως τελείται η θεία λατρεία, μπορούμε να καταλάβουμε με ποιο τρόπο μία Εκκλησία εκδηλώνει, ομολογεί και ζει την πίστη της. Η «πιστότητα» κάθε Εκκλησίας στη λατρευτική της παράδοση δεν είναι μία τυφλή «τυπολατρία» αλλά αντίθετα είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη ζωή, τον τρόπο υπάρξεως, τον τρόπο εκδηλώσεως κάθε χριστιανικής Εκκλησίας. Στην Εξαρχία μας η λατρευτική ζωή, τολμώ να πω, τελείται με τρόπο αντάξιο και παραδειγματικό. Επιθυμώ να επανέλθω στο θέμα (και εδώ επαναλαμβάνω τα ίδια σημεία του περασμένου έτους), διευκρινίζονται μερικά σημεία, για να βελτιώσουμε ακόμα περισσότερο τη λατρευτική μας ζωή. Και αυτό προπάντων για να βοηθηθούμε στην αποφυγή ενός πειρασμού, τον οποίο ενδέχεται συχνά να τον αντιμετωπίζουμε δηλαδή τον πειρασμό να λέμε στον εαυτό μας «αφού είμαστε τόσο λίγοι και κανένας δεν έρχεται… ας τα κάνουμε όλα πρόχειρα…» Ή επίσης τον πειρασμό (και λέω πειρασμό γιατί περί πειρασμού πρόκειται) να πούμε: « ας αφήσουμε την ιερή ακολουθία, ας μην την τελέσουμε …. Αφού δεν έρχεται κανένας…» Αυτός είναι ο πειρασμός του ψαριού, το οποίο δαγκώνει την ουρά του: «ας μην κάνουμε τίποτα, γιατί κανείς δεν έρχεται…» αλλά θα μπορούσαμε επίσης να πούμε: «κανείς δεν έρχεται, γιατί δεν κάνουμε τίποτα…» Όλα αυτά δεν είναι κατηγορίες, αλλά απλούστατα μία διαπίστωση του γεγονότος, το οποίο μπορεί να συμβεί σε όλους, από τον νεώτερο ως τον γεροντότερο.

Υπογραμμίζουμε ότι στην Εξαρχία μας τελούμε τη θεία λατρεία σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση και με τη μεγαλύτερη κατορθωτή πιστότητα στις βυζαντινές παραδόσεις, όπως υποδείχνονται από το Τυπικό, το οποίο ακολουθούμε με τις ορθόδοξες εκκλησίες. Η αγάπη, ο σεβασμός, ο ζήλος για τη θεία λατρεία φανερώνουν την αληθινή «καθολικότητα» της Εκκλησίας μας και την πιστότητα στη βυζαντινή παράδοση. Στα ιερά συλλείτουργα είτε με την παρουσία είτε χωρίς την παρουσία του επισκόπου, οι ιερείς οφείλουν να ενδύονται την πλήρη στολή των ιερατικών αμφίων. Εάν για λόγους ασθενείας επιβάλλουν σε κάποιον από τους ιερείς τον περιορισμό των ιερών αμφίων, ο ιερέας αυτός οφείλει να ενδύεται τουλάχιστον  το ράσον και το επιτραχήλιο. Διαφορετικά όλοι οφείλουν να ενδύονται την πλήρη ιερή αμφίεση δηλαδή: το στιχάριο, το επιτραχήλιο, τη ζώνη, τα επιμανίκια, και το φελόνιο. Αν κάποιος ιερέας κατά τη θεία λειτουργία οφείλει ενδεχομένως να ασκεί κάποιο άλλο διακόνημα στην εκκλησία όπως π.χ. την εξομολόγηση, ή την καθοδήγηση της ιερής υμνωδίας οφείλει να ενδύεται πάντοτε το ράσον και το επιτραχήλιον.

Μερικές φορές στις εκκλησίες και στα παρεκκλήσια της Εξαρχίας τελείται η θεία λατρεία σε μία άλλη λειτουργική παράδοση, εκτός από τη βυζαντινή: π.χ. στη χαλδαϊκή θεία λατρεία, στη λατινική θεία λατρεία. Υπογραμμίζω ότι σε κάθε εκκλησία υπάρχει ένα μοναδικό ιερό βήμα, καθαγιασμένο  από τον Επίσκοπο, το οποίο φανερώνει συμβολικά το μοναδικό σώμα του Χριστού, το οποίο μας συναθροίζει για να τελέσουμε τα Ιερά Μυστήρια. Το ιερό βήμα είναι ο τάφος του Αναστάντος, το ιερό βήμα είναι ο βωμός της θυσίας του Χριστού, το ιερό βήμα είναι η τράπεζα, από την οποία μας δίδεται ο Λόγος του Ευαγγελίου και τα Ιερά Μυστήρια του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Για να σεβαστούμε τις μυστηριακές αυτές διαστάσεις του ιερού βήματος, αλλά και την λατρευτική αρχιτεκτονική του βυζαντινού λειτουργικού τύπου, σύμφωνα με την οποία οικοδομήθηκαν οι εκκλησίες μας και τα παρεκκλήσια μας, υπογραμμίζω αυτό που θα έπρεπε να είναι για όλους φανερό, δηλαδή ότι: στις εκκλησίες μας και στα παρεκκλήσια μας δεν προστίθεται κανένα ιερό βήμα ή συμπληρωματικό τραπέζι  μπροστά στο μοναδικό και αληθινό και καθιερωμένο ιερό βήμα. Επιπλέον, από σεβασμό προς την αρχιτεκτονική δομή των εκκλησιών μας, η θεία λειτουργία πρέπει να τελείται «προς την Ανατολή», δηλαδή προς την αψίδα. Η χαλδαϊκή και η λατινική θεία λατρεία προβλέπουν χωρίς πρόβλημα την τέλεση της θείας λειτουργίας, ατενίζοντας προς την αψίδα της εκκλησίας, και υποδείχνοντας στον ιερέα να στρέφεται προς τους πιστούς κατά τις μεγάλες στιγμές της διακηρύξεως του Αγίου Ευαγγελίου και της Θείας Κοινωνίας, και σε διάφορες προσκλήσεις και ευλογίες ειρήνης.

 «Καλεσμένοι  να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας». Αυτό ήταν το ξεκίνημα του πνευματικού μας στοχασμού. Αυτό είναι και το τέρμα μας. Στην ομιλία μας, στη δράση μας, ας προσπαθούμε πάντοτε να δημιουργούμε την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, η οποία μας έρχεται από τον Κύριο. Από τον Κύριο ο οποίος ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι να πλύνει τα πόδια των Δώδεκα, για να τους υπηρετήσει να γίνει υπηρέτης τους, να δείξει σ’ αυτούς τη χριστιανική πορεία, ως πορεία συζυγικής και διακονικής αγάπης προς όλους.

 

+ Ο Καρκαβίας ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Αποστολικός Έξαρχος των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος