10 Μαΐου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ

10 Μαΐου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ

(Πραξ. 9, 32-42  Ιω. 5, 1-15)

Αγαπημένα μου αδέλφια,

Κατά την πασχαλινή περίοδο, ο Κύριος μας τοποθετεί μπροστά σε μία χρονική περίοδο. Μας κάνει  να διανύσουμε διάφορους σταθμούς, οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο σημειώνουν σταθμούς της ζωής της κάθε εκκλησίας και κάθε χριστιανού: την εμπειρία της φανέρωσης του Αναστάντος Χριστού (την οποία τελέσαμε και ζήσαμε κατά τις τρεις προηγούμενες Κυριακές, την Κυριακή του Πάσχα, την Κυριακή του Θωμά και την Κυριακή των Μυροφόρων), την εμπειρία της νέας ζωής που ανάβλυσε από το βάπτισμα (Κυριακή του Παραλυτικού, την Κυριακή της Σαμαρείτιδος και την Κυριακή του Γεννημένου Τυφλού), την εμπειρία της γεννήσεως της κοινότητας της πίστεως μας, που είναι κοινότητα εκείνων που κάνουν την πορεία της πίστεως και εκείνων που την έχουν ήδη κάνει (την Πέμπτη της Αναλήψεως, την Κυριακή των Πατέρων της Συνόδου της Νικαίας, την Πεντηκοστή).

Τώρα θέλω να σταθώ για λίγο στο σημερινό ευαγγέλιο του Παραλυτικού ο οποίος θεραπεύτηκε, Ιω.5, 1-15. Το ακούσαμε πριν από λίγο και το ψάλαμε και στα τροπάρια, τα οποία μας κάνουν μία ωραία παράφραση του ευαγγελικού κειμένου. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία διήγηση αρκετά καθαρή, με ένα φανερό σχεδιάγραμμα: ο Ιησούς ανεβαίνει στην Ιερουσαλήμ για την γιορτή (στ.1) όπου εκεί υπάρχει η κολυμπήθρα με τις πέντε στοές, που περιμένουν ασθενείς, τυφλοί, κουτσοί, παραλυτικοί (στ.2-3).

Ένας άγγελος κατεβαίνει κάθε τόσο και ταράζει το νερό (στ.4). Ο διάλογος του Ιησού με τον παραλυτικό και η θεραπεία του παραλυτικού (στ.8-9) τελικά η συζήτηση γύρω από τη θεραπεία του παραλυτικού, η οποία έγινε κατά την ημέρα του Σαββάτου (στ.10-15).

Η διήγηση παρουσιάζει μία κανονική «δομή» όπως οι δομές σε άλλες θεραπείες: ο ευαγγελιστής καθιστά παρούσα την κατάσταση του κακού στην αρχή και στο τέλος: την κατάσταση του κακού, της εξασθένησης, στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος εκείνος, ανάμεσα σε τόσους άλλους: ασθενείς, τυφλούς, κουτσούς, παραλυτικούς…. μπορούμε να προσθέσουμε και τόσους άλλους.

Η κολυμπήθρα είναι ο χώρος της εξασθένησης, της εγκατάλειψης, χώρος όπου συναθροίζονται οι απογοητευμένοι, που περιμένουν τον άγγελο για να ταράξει τα νερά. Συνεχίζοντας την διήγηση βρίσκουμε τον παραλυτικό, ο οποίος υποφέρει από 38 χρόνια, και τον Ιησού ο οποίος σπλαχνίζεται τον ανάπηρο. Τον «χώρο της απόγνωσης και της δυστυχίας» ο Ιησούς τον μετατρέπει σε «χώρο ευσπλαχνίας και χάρης».

Επιπλέον ο Κύριος Ιησούς ξεπερνά τις προσδοκίες των ανθρώπων (δεν λέει στον ασθενή να περιμείνει δίπλα του, για να τον βάλει στο νερό μόλις αυτό ταραχθεί από τον άγγελο), ξεπερνά τις ανθρώπινες προσδοκίες, δηλαδή τις προσδοκίες εκείνων που περίμεναν απογοητευμένοι τη θεραπεία τους, και λέει με απλότητα στον ανάπηρο: «σήκω»(στα εβραϊκά «κούμ,»), και ο άνθρωπος σηκώνεται. Αυτό το «σήκω» η σημερινή θεία λατρεία μας το παρουσιάζει δύο φορές στο πρώτο βιβλικό ανάγνωσμα.

Ο Ιησούς ανεβαίνει στην Ιερουσαλήμ και ανεβαίνει για τη γιορτή εκεί, στην κολυμπήθρα (στον χώρο του βαπτίσματος), δίνει στον παραλυτικό τη χάρη του, τον σηκώνει επάνω, τον ανασταίνει, του δίνει νέα ζωή, τον ωθεί σε μία πορεία νέας ζωής, και ακόμα περισσότερο λέγοντάς του να σηκώσει το κρεβάτι του, αλλάζει όλη του την κατάσταση απολυτρώνει, σώζει όλο τον άνθρωπο, και του λέει: «σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα…. είσαι θεραπευμένος, να μην αμαρτάνεις πια (στ. 8-14)»

Για τον Ιησού η Ιερουσαλήμ, η γιορτή (η Εκκλησία, η ιεροτελεστία, τα ιερά μυστήρια) είναι ο χώρος της ευσπλαχνίας, της αφέσεως, της θεραπείας, τελικά είναι και ο χώρος της ελευθερίας: προσέξτε ότι ο Ιησούς δεν καταπατεί το Σάββατο, αλλά του δίνει το αληθινό του νόημα, ως ημέρα κατά την οποία ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την ευσπλαχνία του Θεού, ημέρα κατά την οποία ο άνθρωπος κατορθώνει να φορτωθεί το βάτος του εαυτού του, και κατορθώνει να περπατήσει.

Η ευαγγελική διήγηση την οποία διαβάσαμε και ζήσαμε σήμερα, βάζει σε αντιπαράθεση τον χώρο της ντροπής, και της εξαθλίωσης και «τον χώρο της ευσπλαχνίας και της χάρης» την ασθένεια και την θεραπεία, την αμαρτία και την ανάσταση. Συγκρίνει αυτά που βρίσκονται στον κόσμος μας, στην Εκκλησία μας στον ίδιο τον εαυτό μας: την εξαθλίωση και τη χάρη, την ασθένεια και τη θεραπεία την αμαρτία και την ανάσταση. Μέσα στον κόσμο μας υπάρχει εξαθλίωση, υπάρχει ασθένεια (δεν κάνουμε εδώ τον έλεγχό τους), αλλά υπάρχει επίσης και πολύ ευσπλαχνία, υπάρχει η χάρη, την οποία πρέπει μονάχα να την ανακαλύψουμε.

Η Εκκλησία γίνεται κοινότητα των λυτρωμένων επειδή ταυτόχρονα είναι και κοινότητα – άσυλο των ασθενών, των αμαρτωλών, γιατί είναι ο χώρος όπου ο Κύριος λέει και πάλι «σήκω». Ένας σύγχρονος συγγραφέας γράφει ότι ο χριστιανός λαβαίνει με τραγικό τρόπο όλο το αίμα του Χριστού, το οποίο αναβλύζει από την τεράστια πληγή που είναι η χριστιανική εκκλησία…. Αγαπώντας αυτή την εκκλησία, ο Κύριος δημιουργεί την αγάπη του μέσα σ’ αυτήν. Επομένως μέσα σ’ εμάς τους ίδιους αποκτούμε την εμπειρία ότι είμαστε «χώρος της απόγνωσης» αλλά και «χώρος της επιείκειας και της ευσπλαχνίας», προς τον ίδιο τον εαυτό μας και προς τους άλλους, σηκώνοντας το κρεβάτι μας, και αφήνοντας να αντηχεί μέσα μας κάθε μέρα εκείνο το «σήκω».

Είθε ο Κύριος μέσα στη μεγάλη αγάπη του για τους ανθρώπους, να μας αξιώνει να ανακαλύπτουμε τη νέα ζωή, η οποία μας έρχεται από το Πάσχα, και να είμαστε μάρτυρες αυτού του Πάσχα, αναγγέλλοντας το στους ανθρώπους, στους αδελφούς μας, μέσα στη μεγάλη ευσπλαχνία Εκείνου, ο οποίος βασιλεύει με τον Πατέρα και με το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

+ Ο Καρκαβίας Εμμανουήλ

Αποστολικός Έξαρχος των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος