15 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ H’ ΛΟΥΚΑ

15 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ H’ ΛΟΥΚΑ

15 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ Η’ ΛΟΥΚΑ

 (Ἐφεσ. 2,4-10 * Λκ. 10,25-37)

 

 

Ἀπολυτίκιον – Ἦχος πλ. β΄.

Ἀγγελικαὶ δυνάμεις ἐπὶ τὸ μνῆμά σου καὶ οἱ φυλάσσοντες ἀπενεκρώθησαν· καὶ ἵστατο Μαρία ἐν τῷ τάφῳ ζητοῦσα τὸ ἄχραντόν σου σῶμα. Ἐσκύλευσας τὸν ᾅδην μὴ πειρασθεὶς ὑπ᾿ αὐτοῦ· ὑπήντησας τῇ Παρθένῳ δωρούμενος τὴν ζωήν. Ὁ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν, Κύριε, δόξα σοι.

Ἀπολυτίκιον -Ἦχος πλ. α´.

Τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ἡμῖν δωρησάμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, βουλὰς ἐθνῶν     διασκέδασον, τῆς βασιλείας τὰ σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Κοντάκιον – Ἦχος δ’.

Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνεύματι θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

 

* * * * *

Ευλογητός να είναι ο Θεός μας, ο πολυεύσπλαχνος και πλούσιος σε ευσπλαχνία, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πολυαγαπημένα μου αδέλφια, συναθροισθήκαμε στο όνομα του Κυρίου για να γιορτάσουμε την ένδοξη ανάστασή του από τους νεκρούς, ακούσαμε τον Λόγο του, το ένδοξο άγγελμα, την χαρμόσυνη είδηση της συμφιλίωσης, της ευσπλαχνίας, της νέας ζωής που μας έρχεται από εκείνον.

Τα δύο αναγνώσματα που ακούσαμε, μας βάζουν μπροστά σε πραγματικότητες και σε κεντρικές θέσεις της χριστιανικής μας ζωής. Η ευαγγελική περικοπή, από το δέκατο κεφάλαιο του κατά Λουκά ευαγγελίου, μας κήρυξε το μυστήριο της ευσπλαχνικής αγάπης του Θεού. Σ’ αυτήν την ευαγγελική περικοπή θέλω καταρχήν να στρέψω την προσοχή μας.

Το κείμενο που μόλις ακούσαμε, έχει δύο μέρη πολύ καθαρά: το πρώτο μέρος στο οποίο βρίσκουμε τον διάλογο μεταξύ του Ιησού και του νομοδιδάσκαλου, με ερωτήσεις και απαντήσεις από τις δύο πλευρές, και έπειτα το δεύτερο μέρος που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτές τις ερωτήσεις και απαντήσεις, δηλαδή τη διήγηση της παραβολής του καλού Σαμαρείτη. Όλη η διήγηση αυτή τοποθετείται ανάμεσα στο ερώτημα του νομοδιδάσκαλου προς τον Ιησού: «Αλλά ποιος είναι ο πλησίον μου; », στην αρχή της περικοπής, και της απάντησης του Ιησού, στο τέλος: «Πήγαινε και εσύ και κάνε το ίδιο», δηλαδή: δεν πρόκειται για να μάθουμε ποιος είναι ο πλησίον μας, αλλά για να μάθουμε πώς εμείς θα γίνουμε ο πλησίον των άλλων.

Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ερωτήσεις η διήγηση της παραβολής μας περιγράφει τον άνθρωπο που πέφτει στους ληστές, τον χτυπούν και τον αφήνουν σχεδόν νεκρό. Δίπλα του και κοντά του περνούν ο ένας μετά τον άλλον τρεις άντρες που και οι τρεις τον βλέπουν, αλλά μονάχα ο ένας σταματά, μονάχα ένας σκύβει επάνω του, μονάχα ένας τον φροντίζει, τον σηκώνει, τον μεταφέρει σε τόπο ασφαλή… μονάχα ένας τον αναλαμβάνει επάνω του. Και αυτός είναι Σαμαρείτης.

Ποιος είναι ο Σαμαρείτης;  αυτός ο καλός Σαμαρείτης;  Μήπως είναι ο καθένας από εμάς; Μήπως μερικοί από εμάς, κινούμενοι από κάποιες στιγμές μεγαλύτερης ή μικρότερης φιλανθρωπίας; Ασφαλώς σε κάποια στιγμή της ζωής μας όλοι θα έχουμε την εμπειρία να ενσωματώσουμε κάποιο από τα πρόσωπα της παραβολής. Σε όλους μας το χριστιανικό βάπτισμα μας άνοιξε τα μάτια για να βλέπουμε, και επομένως είμαστε ικανοί, όπως ο καθένας από τους τρεις της παραβολής, να δούμε τους άλλους, περισσότερο ή λιγότερο ταλαιπωρημένους. Δίπλα στη δικιά μας πορεία. Ασφαλώς όλοι έχουμε την απαραίτητη φιλανθρωπία για να σταθούμε, μερικές φορές για να θεραπεύσουμε τους τραυματισμένους, ή τουλάχιστον να τους απευθύνουμε ένα καλό λόγο. Αλλά και όλοι είμαστε ή μπορούμε να γίνουμε αρκετά σκληρόκαρδοι, για να δούμε, και να μη σταματήσουμε για καμία βοήθεια.

Όλοι επίσης, υπήρξαμε ή θα γίνουμε τραυματισμένοι, λεηλατημένοι, χτυπημένοι… με τόσους και τόσους τρόπους, για να μπορούμε να λάβουμε το δώρο, το μεγάλο δώρο, του κρασιού και του λαδιού της ευσπλαχνίας του Θεού, ή την περιφρόνηση των άλλων συνανθρώπων μας, οι οποίοι με διάφορους τρόπους θα λεηλατούμε, θα χτυπούμε, θα αφήνουμε τραυματισμένους τους συνανθρώπους μας… Τελικά ασφαλώς σε κάποια στιγμή, θα παίξουμε κι εμείς το ρόλο (φαινομενικά τον γκρίζο ρόλο), του ξενοδόχου, ο οποίος θα φροντίσει για τον τραυματισμένο, αναμένοντας την επιστροφή του καλού Σαμαρείτη, για να λάβει τα υπόλοιπα των εξόδων του.

Ποιος είναι ο καλός Σαμαρείτης; Για μας είναι αυτός που έχει ένα συγκεκριμένο και μοναδικό πρόσωπο και έχει καθορισμένο όνομα: Ιησούς Χριστός. Αυτός έζησε πρώτος και με ολοκληρωτικό τρόπο αυτό το μυστήριο : δηλαδή να βλέπει, να σταματά δίπλα, να γιατρεύει τις πληγές, να σηκώνει τον πληγωμένο…. να τον μεταφέρει σε χώρο ασφαλή. Στο πρόσωπό του ο Θεός γίνεται ο πλησίον μας, γίνεται πραγματικά ο πλησίον μας. Αυτός και μόνο μας βλέπει αυτός και μόνο είναι γεμάτος ευσπλαχνία, αυτός και μόνο χύνει πάνω στις πληγές μας το λάδι και το κρασί του Πνεύματος, αυτός και μόνο μας σηκώνει πάνω στους ώμους του, αναλαμβάνει επάνω του την ανθρώπινη φύση μας. Στο πρόσωπο του Χριστού εμείς πληγωμένοι, χτυπημένοι, πεσμένοι κάτω στο δρόμο γευόμαστε τη Θεϊκή ευσπλαχνία.

Και εδώ φθάνουμε ακριβώς στο μυστήριο της πίστεως μας: την Ενσάρκωσή όπου ο Χριστός γίνεται ο Καλός Σαμαρείτης, ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο στα να βλέπει και να περιποιείται την ανθρώπινη φύση, αλλά και την αναλαμβάνει ο ίδιος μέχρι το σταυρό, όπου ο ίδιος πέφτει στους ληστές, απογυμνώνεται , τραυματίζεται, χτυπάται, εγκαταλείπεται…

Ένα μυστήριο, μπροστά στο οποίο εμείς οφείλουμε να αναλάβουμε το ρόλο του καλού σαμαρείτη, δηλαδή να σταθούμε δίπλα του, να τον δεχθούμε στην ταπείνωσή του, στα τραύματά του, στο σταυρό του, όπου «φέρνει την ειρήνη σε όσους βρίσκονται μακριά και σε όσους βρίσκονται κοντά, διαμέσου της οποίας συμφιλιώνει τα πάντα με τον Θεό». Και ακριβώς εκεί, επάνω στον σταυρό, όπου θα πραγματοποιηθεί ο αληθινός πλησίον: Εκείνος θα γίνει ο πλησίον για μας, και εμείς θα γίνουμε ο πλησίον για τους συνανθρώπους μας. Επομένως από εκεί, ξεκινά η ανάσταση, η δική του ανάσταση, αλλά κάποια μέρα θα ξεκινήσει και η δική μας, όταν θα γίνουμε κατοικητήριο του Θεού, διαμέσου του Αγίου Πνεύματος.

Είθε ο πολυεύσπλαχνος Κύριος, πλούσιος στη πιστή αγάπη και στη φιλανθρωπία του, ο οποίος με το σταυρό του νίκησε τον θάνατο, και στον μετανοημένο ληστή άνοιξε τις πύλες του παραδείσου, όπως ψέλνουμε στη θεία λατρεία, να μας αξιώσει να βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας, να μας δώσει την ταπεινοφροσύνη να σταματούμε δίπλα στον πληγωμένο πλησίον μας, και προπάντων ο ίδιος ο Κύριος να μας βλέπει και να συμπονά μαζί μας, αυτός που μαζί με τον Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα ζει στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

+ Ο Καρκαβίας Εμμανουήλ

Αποστολικός Έξαρχος των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος

—————————————————————————————————————————–

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

(Ἐφεσ. Β´ 4-10)

 Ἀδελφοί, ὁ δὲ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ’ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν.

 

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗ)

Αδελφοί, ο Θεός μας αγάπησε, γιατί είναι πλούσιος σε έλεος κι έχει απέραντη αγάπη. Κι ενώ ήμασταν πνευματικά νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων μας, μας ξανάδωσε ζωή μαζί με το Χριστό. Με τη χάρη του Θεού έχετε σωθεί. Μας ανέστησε μαζί με τον Ιησού Χριστό και μας έβαλε να καθίσουμε μαζί μ’ αυτόν στα ουράνια. Έτσι, με την αγάπη που μας έδειξε δια του Ιησού Χριστού, φανερώνει στις μελλοντικές γενιές πόσο υπερβολικά γενναιόδωρη είναι η χάρη του. Πραγματικά, με τη χάρη του σωθήκαμε δια της πίστεως. Κι αυτό δεν είναι δικό σας κατόρθωμα αλλά δώρο Θεού. Δε σωθήκατε με τα δικά σας έργα κι έτσι κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό. Είμαστε δημιούργημα του Θεού, ο οποίος δια του Ιησού Χριστού μάς έκανε καινούριους ανθρώπους, για να μπορούμε να κάνουμε καλά έργα, που τα προετοίμασε ο Θεός, για να είναι μ’ αυτά γεμάτη η ζωή μας.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Λκ Ι’ 25-37)

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. Ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; ῾Υπολαβὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ ῾Ιερουσαλὴμ εἰς ῾Ιεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. Ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

 

 (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗ)

Εκείνο τον καιρό, κάποιος νομοδιδάσκαλος παρουσιάστηκε στον Ιησού, και για να τον φέρει σε δύσκολη θέση του είπε: «Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ο νόμος τι γράφει;» Εκείνος απάντησε: Ν’ αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλη τη δύναμή σου και μ’ όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. «Πολύ σωστά απάντησες», του είπε ο Ιησούς· «αυτό κάνε και θα ζήσεις». Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;» Πήρε τότε αφορμή ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος άνθρωπος, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα για την Ιεριχώ, έπεσε πάνω σε ληστές. Αυτοί τον ξεγύμνωσαν, τον τραυμάτισαν και έφυγαν παρατώντας τον μισοπεθαμένο. Από ’κείνο το δρόμο έτυχε να κατεβαίνει και κάποιος ιερέας, ο οποίος τον είδε, αλλά τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Το ίδιο και κάποιος λευίτης, που περνούσε από ’κείνο το μέρος· παρ’ όλο που τον είδε κι αυτός, τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Κάποιος όμως Σαμαρείτης που ταξίδευε, ήρθε προς το μέρος του, τον είδε και τον σπλαχνίστηκε. Πήγε κοντά του, άλειψε τις πληγές του με λάδι και κρασί και τις έδεσε καλά. Μάλιστα τον ανέβασε στο δικό του το ζώο, τον οδήγησε στο πανδοχείο και φρόντισε γι’ αυτόν. Την άλλη μέρα φεύγοντας έβγαλε κι έδωσε στον πανδοχέα δύο δηνάρια και του είπε: “φρόντισέ τον, κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, εγώ όταν ξαναπεράσω θα σε πληρώσω”. Ποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους τρεις κατά τη γνώμη σου αποδείχτηκε “πλησίον” εκείνου που έπεσε στους ληστές;» Ο νομοδιδάσκαλος απάντησε: «Εκείνος που τον σπλαχνίστηκε».Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, και να κάνεις κι εσύ το ίδιο».