8 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ’ ΛΟΥΚΑ

8 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ’ ΛΟΥΚΑ

8 Νοεμβρίου 2020 – ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ’ ΛΟΥΚΑ

Σύναξις τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαήλ καὶ Γαβριήλ

καὶ τῶν λοιπῶν Ἀσωμάτων οὐρανίων δυνάμεων

(Ἑβρ. 2,2-10 * Λκ. 8,41-56)

 

Ἀπολυτίκιον – Ἦχος πλ. α΄.

Τὸν συνάναρχον Λόγον Πατρὶ καὶ Πνεύματι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα εἰς σωτηρίαν ἡμῶν, ἀναμνήσωμεν πιστοὶ καὶ προσκυνήσωμεν. Ὅτι ηὐδόκησε σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ ἐγεῖραι τοὺς τεθνεῶτας ἐν τῇ ἐνδόξῳ Ἀναστάσει αὐτοῦ.

Ἀπολυτίκιον -Ἦχος δ’.

Τῶν οὐρανίωv στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεv ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵvα ταῖς ὑμῶv δεήσεσι, τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγωv, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦvτες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτεvῶς καὶ βοῶντας· Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.

Θεοτοκίον – Ἦχος δ’.

Τὸ ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον, καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον, διὰ σοῦ Θεοτόκε τοῖς ἐπὶ γῆς πεφανέρωται. Θεὸς ἐν ἀσυγχύτῳ ἑνώσει σαρκούμενος, καὶ Σταυρὸν ἑκουσίως ὑπὲρ ἡμῶν καταδεξάμενος, δι’ οὗ ἀναστήσας τὸν πρωτόπλαστον, ἔσωσεν ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 

Κοντάκιον – Ἦχος δ’.

Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνεύματι θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

 

* * * * *

Ευλογητός να είναι ο Θεός μας, ο πολυεύσπλαχνος και πλούσιος σε ευσπλαχνία, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πολυαγαπημένα μου αδέλφια,

συναθροισθήκαμε στο όνομα του Κυρίου όπως κάθε Κυριακή για να γιορτάσουμε την ένδοξη ανάστασή του. Το δώρο αυτής της Αναστάσεώς, της ζωής του, μας χορηγείται πλούσια από τον Κύριο ώστε κάποια μέρα να ζήσουμε μαζί του.

Έπειτα στην ευαγγελική περικοπή ακούσαμε τη διήγηση δύο θαυμάτων τα οποία έκανε ο Κύριος: τη θεραπεία της αιμορροούσας, και την ανάσταση της θυγατέρας του Ιάρειου: δύο θαύματα τα οποία τα διηγούνται οι τρεις ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς. Και οι τρεις τα διηγούνται μαζί, ως συνδεδεμένα με ένα μοναδικό μυστήριο το μυστήριο της σωτηρίας μας, τη ζωή η οποία μας χορηγείται δωρεάν από τον Κύριο Ιησού. Τα δύο θαύματα έχουν μεταξύ τους διαφορές, όπως έχουν και κοινά σημεία.

Έχουν διαφορές, καθόσον το πρώτο γίνεται μέσα στο πλήθος του κόσμου, σχεδόν μέσα στην ανωνυμία, μέσα στην αγωνία της άρρωστης γυναίκας, που είναι απογοητευμένη για όλα και προς όλους. Αντίθετα το δεύτερο θαύμα γίνεται μέσα στο δωμάτιο της κοπέλας, μπροστά σε λίγους και εκλεκτούς ανθρώπους. Το κοινό που έχουν αυτά τα δύο θαύματα είναι ότι και τα δύο γίνονται από τον Ιησού, ευεργετώντας δύο γυναίκες, στη συνέχεια το γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται από το ευαγγελικό κείμενο είναι ότι η αιμορροούσα υπέφερε από δώδεκα χρόνια την απώλεια αίματος, και η κοπέλα αρρωσταίνει και πεθαίνει σε ηλικία δώδεκα  ετών. Τέλος και στα δύο θαύματα βρίσκουμε την παρουσία των μαθητών.

Ποιο είναι  για όλους εμάς το δίδαγμα  της ευαγγελικής περικοπής; Θα υπογραμμίσω τρία σημεία της περικοπής, τα οποία μου φαίνονται θεμελιακά. Πρώτα πρώτα, αναφέροντας τη διάρκεια της ασθένειας της γυναίκας και της ηλικίας της κοπέλας, η οποία διάρκεια και στις δύο περιπτώσεις είναι δώδεκα χρόνια, ο ευαγγελιστής μας βάζει μπροστά σε ένα σημαντικό και θεμελιακό γεγονός: η σωτηρία του Θεού επέρχεται στο δωδέκατο έτος, δηλαδή στον χρόνο που έχει καθοριστεί όχι κατά σύμπτωση αλλά στον σωστό χρόνο, στον χρόνο τον οποίο ο Κύριος θέλησε για την αποκάλυψή του. Όλοι μας μερικές φορές είμαστε βιαστικοί, ξεχνώντας ότι σε όλα τα πράγματα της ζωής μας υπάρχει ένας χρόνος για να ωριμάσουν, για να αναπτυχθούν, ένας χρόνος κατά τον οποίο έρχεται η σωτηρία  για τον καθένα μας. Ως δεύτερο σημείο η ευαγγελική περικοπή υπογραμμίζει (και εδώ επαναλαμβάνω το κείμενο του Αποστόλου Παύλου), ότι η σωτηρία, η λύτρωση, η ανάσταση γίνεται εν Χριστώ. Στο πρόσωπο του Χριστού τον οποίο ικετεύει με αγωνία ο πατέρας της κοπέλας, ή τον οποίο βρίσκει ανάμεσα στο πλήθος η αιμορροούσας γυναίκα, σ’ Αυτόν πραγματοποιείται ο εξαγιασμός μας, η σωτηρία μας. Ο πατέρας της κοπέλας και η άρρωστη γυναίκα έψαξαν ο καθένας με τον τρόπο του, να βρουν τον Κύριο αν και, και στις δύο περιπτώσεις, ο ίδιος ο Κύριος πήγαινε προς συνάντησή τους, προς αναζήτησή τους. Και αυτή είναι μία από τις προκλήσεις, στις οποίες καλούμαστε να απαντήσουμε με εντονότερο τρόπο όλοι εμείς οι χριστιανοί: να μεταδώσουμε τον Χριστό, να αναγγείλουμε τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, ως πηγή της ζωής και της σωτηρίας. Αλλά γνωρίζοντας πάντοτε ότι ο Χριστός μας αναζητά, ο Χριστός μας θέλει, ο Χριστός επιθυμεί να μας βρει. Στο τρίτο σημείο προσέξτε με ποιόν τρόπο τα δύο θαύματα, προπάντων το δεύτερο, γίνονται μπροστά στους Αποστόλους ιδιαίτερα του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννη εκείνων  ακριβώς των τριών Αποστόλων οι οποίοι, (θυμηθείτε το), θα είναι επίσης μάρτυρες της ένδοξης Μεταμορφώσεως του Κυρίου, της αγωνίας του και της ταραχής του στον κήπο της Γεσθημανής. Οι Απόστολοι αυτοί είναι αυτόπτες μάρτυρες της θεότητας και της ανθρώπινης φύσεως του Κυρίου, του Κυρίου ο οποίος ψάχνει να δει μέσα στο ανθρώπινο πλήθος τη γυναίκα που θεραπεύθηκε και σώθηκε, του Κυρίου ο οποίος επαναφέρει στη ζωή την πεθαμένη κοπέλα, του Κυρίου επίσης ο οποίος προσεύχεται πάνω στο όρος και έπειτα μεταμορφώνεται δείχνοντας στους μαθητές του τη δόξα του, τελικά του ίδιου Εκείνου Κυρίου, ο οποίος αντιμετώπισε την αγωνία του πόνου και του θανάτου, όταν πλησίασε η ώρα για να υποστεί τα σεπτά πάθη του. Όλοι εμείς, καλεσμένοι να γίνουμε και εμείς επίσης Απόστολοι του Κυρίου, οφείλουμε να είμαστε μάρτυρες του μπροστά στους ανθρώπους, μάρτυρες και κήρυκες και αγγελιοφόροι της θεότητάς του, η οποία σώζει, και της ανθρώπινης φύσεώς του, η οποία είναι πολυεύσπλαχνη και μας θεραπεύει.

Ο Κύριος ως ζων και ζωοποιών, ας μας κάνει το δώρο να είμαστε μέσα στον κόσμο μας μάρτυρες της θεότητάς του η οποία σώζει, της ανθρώπινης φύσεως του η οποία μας ελεεί, Εκείνος ο οποίος ζει και βασιλεύει, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

+ Ο Καρκαβίας Εμμανουήλ

Αποστολικός Έξαρχος των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος

—————————————————————————————————————————–

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

(Ἑβρ. Β´ 2-10)

Ἀδελφοί, εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποτεταγμένα· τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι. 

 

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗ)

Αδελφοί, αν ο λόγος που δόθηκε άλλοτε μέσω αγγέλων, αποδείχτηκε αληθινός, κι όσοι τον παρέβηκαν ή δεν υπάκουσαν σ’ αυτόν, δέχτηκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, πώς είναι δυνατόν εμείς να ξεφύγουμε, αν δε δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μια τόσο σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή, που άρχισε να διακηρύττει ο Κύριος, μας τη βεβαίωσαν όσοι άκουσαν το λόγο του. Κι ο Θεός πρόσθεσε τη μαρτυρία του γι’ αυτήν, με κάθε λογής θαυματουργικές ενέργειες και με τις διάφορες δωρεές των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά του. Ο Ιησούς είναι αυτός που οδηγεί στη σωτηρία. Το μελλοντικό κόσμο, για τον οποίο μιλάμε, ο Θεός δεν τον υπέταξε στους αγγέλους. Αντίθετα, όπως λέει κάπου η Γραφή, Τι είναι ο άνθρωπος για να τον σκέφτεσαι; ή ο υιός του ανθρώπου για να τον φροντίζεις; Τον έκανες λίγο κατώτερο απ’ τους αγγέλους, τον στεφάνωσες με δόξα και τιμή· όλα τα υπέταξες κάτω απ’ τα πόδια του. Λέγοντας όλα τα υπέταξες σ’ αυτόν, εννοεί πως τίποτε δεν άφησε που να μην το υποτάξει σ’ αυτόν. Ως τώρα όμως δε βλέπουμε να είναι όλα υποταγμένα σ’ αυτόν. Βλέπουμε όμως ότι ο Ιησούς, που έγινε για ένα χρονικό διάστημα κατώτερος απ’ τους αγγέλους, στεφανώθηκε με δόξα και τιμή εξαιτίας του θανάτου του. Γιατί η χάρη του Θεού θέλησε αυτός να γευτεί το θάνατο για το καλό όλων. Ο Θεός, λοιπόν, η αρχή και ο σκοπός των πάντων, ενώ οδήγησε πολλούς υιούς στη δόξα, έπρεπε με το πάθος να οδηγήσει το χορηγό της σωτηρίας τους στην ολοκλήρωση του έργου του.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Λκ Η’ 41-56)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προςῆλθε τῷ Ἰησοῦ ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

 

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗ)

 Εκείνο τον καιρό, πλησίασε τον Ιησού κάποιος άνθρωπος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, που ήταν ετοιμοθάνατη. Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε. Τότε ο Ιησούς είπε: «Ποιος με άγγιξε;» Ενώ όλοι αρνιούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του έλεγαν: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά σου και σε πιέζουν κι εσύ λες ποιος με άγγιξε;» Ο Ιησούς όμως είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη». Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή του, ήρθε τρέμοντας κι έπεσε στα πόδια του και μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τού είπε για ποια αιτία τον άγγιξε κι ότι είχε γιατρευτεί αμέσως. Εκείνος της είπε: «Θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε στο καλό». Ενώ ο Ιησούς ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε· μην ενοχλείς πια το δάσκαλο». Όταν το άκουσε ο Ιησούς, του είπε: «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Φτάνοντας στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα μαζί του, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα και τη μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνολογούσαν. Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Εκείνοι τον περιγελούσαν, βέβαιοι πως είχε πεθάνει. Ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το κορίτσι από το χέρι και του είπε δυνατά: «Κορίτσι, σήκω!». Το πνεύμα της επέστρεψε κι αυτή αμέσως σηκώθηκε. Ο Ιησούς τότε διέταξε να της δώσουν να φάει. Οι γονείς της έμειναν κατάπληκτοι. Εκείνος όμως τους είπε να μην πουν σε κανέναν τι είχε γίνει.